Πίσω από τη βιτρίνα του ψηφιακού μετασχηματισμού και των μεγάλων διακηρύξεων, η καθημερινότητα χιλιάδων δημόσιων λειτουργών παραμένει εγκλωβισμένη σε μια παγίδα πρόχειρων αποφάσεων, κακονομίας και διπλής γραφειοκρατίας. Στο νέο άρθρο του ΙΝΕΡΠ, η Ιωάννα Γιαννακίδου αναλύει το φαινόμενο της «Διοίκησης εξάντλησης».
Η εικόνα της Δημόσιας Διοίκησης στην Ελλάδα σήμερα, δεν παραπέμπει σε έναν σύγχρονο, οργανωμένο μηχανισμό που λειτουργεί με στρατηγική, προγραμματισμό και συνέχεια. Αντίθετα, ολοένα και περισσότερο δίνει την εντύπωση μιας πρόχειρης διοίκησης, χωρίς σχεδιασμό, μιας διοίκησης που καλείται καθημερινά να επιβιώσει μέσα σε ένα περιβάλλον πρόχειρων αποφάσεων, ασφυκτικών προθεσμιών και μόνιμης πίεσης, χωρίς να της παρέχονται τα απαραίτητα εργαλεία για να λειτουργήσει αποτελεσματικά.
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η παντελής έλλειψη ουσιαστικού σχεδιασμού. Οι περισσότερες υπηρεσίες δεν λειτουργούν βάσει ενός σταθερού διοικητικού πλαισίου, αλλά μέσα από συνεχείς αποσπασματικές παρεμβάσεις. Νέες εγκύκλιοι, τροπολογίες της τελευταίας στιγμής και νομοθετήματα με ελλιπή επεξεργασία προστίθενται διαρκώς σε ένα ήδη δυσλειτουργικό σύστημα, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα ποια διαδικασία ισχύει, πότε αλλάζει και πώς πρέπει τελικά να εφαρμοστεί. Η διοίκηση δεν προλαβαίνει να οργανωθεί, γιατί βρίσκεται μονίμως σε κατάσταση αντίδρασης αντί για πρόβλεψης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι δημόσιοι υπάλληλοι καλούνται να σηκώσουν ένα δυσανάλογο βάρος. Σε πολλές υπηρεσίες επικρατεί η παράδοξη λογική ότι το προσωπικό επαρκεί για όλα, σαν να υπάρχουν δεκάδες εργαζόμενοι διαθέσιμοι για κάθε αρμοδιότητα. Η πραγματικότητα όμως είναι ακριβώς η αντίθετη. Λιγοστό προσωπικό καλείται να διεκπεραιώσει τεράστιο όγκο εργασίας, συχνά πολλαπλάσιο από αυτόν που θα μπορούσε ανθρώπινα να διαχειριστεί. Οι ίδιοι άνθρωποι αναγκάζονται να καλύπτουν διαρκώς κενά, να εξυπηρετούν πολίτες, να απαντούν σε ελέγχους, να παρακολουθούν μεταβαλλόμενες νομοθεσίες και να τηρούν ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα που συχνά δεν λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές συνθήκες εργασίας.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι σταδιακά φαίνεται να έχει παγιωθεί μια επικίνδυνη νοοτροπία: δεν ενδιαφέρει κανέναν πώς γίνεται η δουλειά, αρκεί να φαίνεται ότι γίνεται. Η ποιότητα της διοικητικής λειτουργίας υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη της τυπικής διεκπεραίωσης. Η ουσία χάνεται μέσα σε έναν μηχανισμό που κινείται από κεκτημένη ταχύτητα, όπου η καθημερινότητα αντιμετωπίζεται με προσωρινές λύσεις, χωρίς καμία μέριμνα για τη βιωσιμότητα του συστήματος ή για τις επιπτώσεις στους εργαζομένους και στους πολίτες.
Την ίδια στιγμή, οι υπάλληλοι καλούνται να εφαρμόσουν νόμους που συχνά είναι κακογραμμένοι, αντιφατικοί και διοικητικά ανεφάρμοστοι. Νομοθετικές ρυθμίσεις που συντάσσονται χωρίς γνώση της πραγματικής λειτουργίας των υπηρεσιών μεταφέρονται αυτούσιες στους διοικητικούς μηχανισμούς, αφήνοντας τους εργαζομένους να προσπαθούν μόνοι τους να ερμηνεύσουν και να εφαρμόσουν διατάξεις που σε πολλές περιπτώσεις δεν στηρίζονται ούτε στις βασικές αρχές της δημόσιας διοίκησης. Έτσι, η διοικητική πράξη μετατρέπεται συχνά σε μια διαδικασία διαρκούς αυτοσχεδιασμού, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη νομιμότητα, την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των αποφάσεων.
Ιδιαίτερη αντίφαση παρουσιάζεται και στο πεδίο της λεγόμενης ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Προς τα έξω προβάλλεται η εικόνα ενός ψηφιακού κράτους που απλοποιεί τις διαδικασίες για τον πολίτη. Πράγματι, σε αρκετές περιπτώσεις ο πολίτης μπορεί να υποβάλει αιτήματα ηλεκτρονικά, χωρίς φυσική παρουσία. Πίσω όμως από αυτή την εικόνα, σε πολλές δημόσιες υπηρεσίες η ίδια διαδικασία συνεχίζει να εξελίσσεται εσωτερικά με έντυπα, εκτυπώσεις, πρωτοκολλήσεις, φυσικούς φακέλους και χειροκίνητες διακινήσεις εγγράφων. Αντί η τεχνολογία να μειώνει τον φόρτο, συχνά τον διπλασιάζει, αφού η ψηφιακή διαδικασία προστίθεται στην ήδη υπάρχουσα γραφειοκρατία αντί να την αντικαθιστά.
Το αποτέλεσμα είναι μια διοίκηση εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο κόσμους: έναν δημόσιο λόγο που μιλά για εκσυγχρονισμό και μια καθημερινότητα που εξακολουθεί να λειτουργεί με όρους περασμένων δεκαετιών. Οι εργαζόμενοι βιώνουν εξάντληση και επαγγελματική απαξίωση, χωρίς ουσιαστική προοπτική βελτίωσης των συνθηκών εργασίας τους, ενώ οι πολίτες έρχονται αντιμέτωποι με ένα σύστημα που συχνά εμφανίζεται πιο πολύπλοκο από όσο παρουσιάζεται.
Η Δημόσια Διοίκηση δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως ένας μηχανισμός διαρκούς πρόχειρης διαχείρισης. Χωρίς σοβαρό σχεδιασμό, χωρίς επαρκή στελέχωση, χωρίς σαφές θεσμικό πλαίσιο και χωρίς πραγματική αξιοποίηση της τεχνολογίας, το διοικητικό σύστημα κινδυνεύει να εξαντλήσει πλήρως τους ανθρώπους που το κρατούν ακόμη όρθιο. Και όσο η πολιτεία επιμένει να αντιμετωπίζει τη διοίκηση ως έναν μηχανισμό που «δεν μας νοιάζει πώς, αλλά κάπως θα τα καταφέρει», τόσο θα διαιωνίζεται μια πραγματικότητα όπου η λειτουργία του κράτους στηρίζεται όχι στην οργάνωση, αλλά στην αντοχή των λίγων.


