Η Κρήτη πλημμύρισε ξανά. Οι καταστροφές επαναλαμβάνονται, αλλά η πρόληψη παραμένει ζητούμενο. Ο Π. Καρκατσούλης θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: τι έχει κάνει το κράτος για να προλάβει την επόμενη καταστροφή, όταν δρομολογούνται ακόμη μελέτες για την οριοθέτηση και διευθέτηση ρεμάτων στις ίδιες περιοχές που είχαν πληγεί το 2020; Η συζήτηση (πρέπει να) αφορά μόνο στις συνέπειες ακραίων καιρικών φαινομένων ή και στη διαχρονική αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να σχεδιάζει και να προλαμβάνει;
Πριν από 6 χρόνια, το 2020, μια κακοκαιρία-θεομηνία (όπως είναι ο προσφορότερος όρος για εκείνους που συνδέουν τις φυσικές καταστροφές με τη θεϊκή/εκδικητική βούληση) σάρωσε την Κρήτη. Σπίτια και επιχειρήσεις πλημμύρισαν, μεγάλες καταστροφές προκλήθηκαν στις (ούτως ή άλλως, ανεπαρκείς) κρατικές υποδομές και τα ρέματα, ακόμη μια φορά, ξεχείλισαν.
Το 2022 επαναλήφθηκε η ίδια ιστορία (με την προσθήκη 2 νεκρών, όμως, αυτή τη φορά): Το κόστος της καταστροφής εκείνης υπολογίστηκε ότι ξεπέρασε τα 350 εκ. ευρώ. Επισημάνθηκε, ξανά, ότι η κλιματική αλλαγή έπληξε με σφοδρότητα το νησί, οι κάτοικοι και οι αρχές του οποίου δεν ήταν προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν τέτοιας έντασης πρόβλημα.
Το 2026 βλέπουμε την Κρήτη να δοκιμάζεται ξανά και η κυβέρνηση να παρακολουθεί την εξέλιξη του φαινομένου όπως και στις προηγούμενες καταστροφές. Τοπικές και περιφερειακές δυνάμεις πράττουν ό,τι είναι δυνατό για να σώσουν ζωές και περιουσίες αλλά οι καταστροφές είναι, πάλι, μεγάλες.
Το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας ενορχηστρώνει τις δράσεις αντιμετώπισης της πλημμύρας δίνοντας εντολές στους πληττόμενους πολίτες να λάβουν τα μέτρα τους και να παραμείνουν στο σπίτι τους. Σε αγαστή σύμπλευση με τα ΜΜΕ που αναμορφώνουν το πρόγραμμά τους προκειμένου να έχουν συνεχή ροή από τον τόπο της καταστροφής ενισχύουν την άποψη ότι δεν μπορούμε να τα βάλουμε με τα στοιχεία της φύσης.
Όταν τελειώσει το φαινόμενο και περιμένοντας το επόμενο μπορεί κανείς να διερευνήσει εάν έγινε κάποια ουσιαστική πρόοδος στα αντιπλημμυρικά έργα τα οποία, ειδικά για την Κρήτη, (θα έπρεπε να) συνιστούν πρώτη προτεραιότητα.
Είναι κοινό τοις πάσι ότι η Κρήτη πλήττεται δυσανάλογα από την κλιματική κρίση επειδή βρίσκεται στη γεωγραφική «ζώνη υψηλού κινδύνου» (hotspot) της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, μιας περιοχής που υπερθερμαίνεται περίπου 20% ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Η Κρήτη βιώνει παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας και λειψυδρίας καθώς και ραγδαίες και βίαιες καταιγίδες που προκαλούν καταστροφικές πλημμύρες. Το έντονο ορεινό ανάγλυφο με τα ψηλά βουνά λειτουργεί ως «παγίδα» νερού. Οι ορεινοί όγκοι δέχονται μεγάλες ποσότητες βροχής, με αποτέλεσμα οι χείμαρροι να κατεβαίνουν με μεγάλη ταχύτητα προς τις πεδιάδες και τις ακτές, διογκώνοντας τα πλημμυρικά φαινόμενα.
Στα φυσικά αίτια των καταστροφικών πλημμυρών προστίθεται η έντονη τουριστική ανάπτυξη και δόμηση. Η τσιμεντοποίηση εμποδίζει τη φυσική απορροή και απορρόφηση του νερού από τη γη, ενώ οι μεγάλες ανάγκες σε νερό για την άρδευση των καλλιεργειών σε συνδυασμό με την αυξημένη κατανάλωση κατά την τουριστική περίοδο εξαντλούν τα υπόγεια αποθέματα νερού, επιτείνοντας το πρόβλημα της ερημοποίησης.
Κι απέναντι απ’ αυτή τη γκρίζα εικόνα διαγράφεται με ευκρίνεια η ανεπάρκεια των παραδοσιακών υποδομών με τα υφιστάμενα αντιπλημμυρικά δίκτυα και τις υποδομές να ξεπερνούν τα όρια αντοχής τους καθώς και η πανταχού παρούσα αδυναμία πρόληψης των καταστροφών. Παραθέτουμε ένα μόνο αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα ολιγωρίας και διοικητικής αναποτελεσματικότητας:
Για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής στην Κρήτη, η Περιφέρεια έχει θέσει σε εφαρμογή ειδικό Περιφερειακό Σχέδιο Προσαρμογής στην Κλιματική Αλλαγή (ΠΕΣΠΚΑ) . Με πρόσφατο δελτίο τύπου αφού μας ενημερώνει ότι το ΠΕΣΠΚΑ αποτελεί «μια κομβική παρέμβαση για την περιβαλλοντική προστασία και την αντιπλημμυρική θωράκιση […] δρομολογείται υπογραφή της προγραμματικής σύμβασης για την εκπόνηση μελετών οριοθέτησης και διευθέτησης ρεμάτων. Η σύμβαση, συνολικού ύψους 4.271.417,99 ευρώ […] αφορά περιοχές που έχουν πληγεί κατ’ επανάληψη από έντονα καιρικά φαινόμενα. (υπογρ. δική μας)
Το έργο χρηματοδοτείται από πιστώσεις του Υπουργείου Υποδομών (Π.Δ.Ε.) και ίδιους πόρους του Δήμου. Στόχος είναι ο ολοκληρωμένος σχεδιασμός για την ασφαλή διαχείριση των υδατορεμάτων σε Γούρνες, Κουτουλουφάρι και Μάλια, περιοχές που υπέστησαν σοβαρές καταστροφές από τη θεομηνία του 2020 (υπογρ. δική μας). Η συγκεκριμένη κακοκαιρία είχε προκαλέσει εκτεταμένες πλημμύρες, κατολισθήσεις και σοβαρές βλάβες στο οδικό δίκτυο και τις υποδομές κοινής ωφέλειας».
Εν ολίγοις, το 2026 δρομολογούνται μελέτες και έργα για την αντιμετώπιση των πλημμυρών του 2020.
Οι «πάγιες παθογένειες» του ελληνικού διοικητικού μηχανισμού (αδυναμία στρατηγικού σχεδιασμού, πολυνομία και χαοτική ρυθμιστική διακυβέρνηση, αποσπασματικές μη επικοινωνούσες δομές, κακή κατανομή προσωπικού και παρωχημένα συστήματα διοίκησης προσωπικού) αποτελούν το background της Πολιτικής Προστασίας στη χώρα μας. Η Κρήτη πληρώνει το τίμημα αυτού του ακατάλληλου κρατικού μηχανισμού. Καθυστερήσεις, κατόπιν εορτής πανηγυρισμοί και κομπορρημοσύνες ασχέτων αποτελούν τα επιφαινόμενα αυτής της κατάστασης.
Δυστυχώς δεν υπάρχει κανένα ίχνος βελτίωσης της πρόληψης των καταστροφών- μιας κατάστασης η οποία κατ’ επανάληψη έχει στιγματιστεί. Και το χειρότερο: Η μοναδική ευκαιρία θωράκισης της χώρας από την κλιματική λαίλαπα χάθηκε. Οι πολύτιμοι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας διασκορπίστηκαν σε έργα βιτρίνας και τα μείζονα παραμένουν απειλητικά και άλυτα.


