Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ ξετυλίγει μπροστά μας μια σύνθετη μάχη ανάμεσα σε πελατειακές πρακτικές και τις αρχές της αξιοκρατίας και του κράτους δικαίου. Πέρα από τα εντυπωσιακά πολιτικά πρόσωπα και τις δικαστικές διαμάχες, το πραγματικό στοίχημα αφορά την ποιότητα της δημόσιας διοίκησης και το μέλλον των μεταρρυθμίσεων στο Δημόσιο.
Για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά. Τα περισσότερα είναι περιγραφές της κατάστασης που αποκαλύφθηκε από την έρευνα των εισαγγελέων, χωρίς αναλυτική αξία, που εστιάζουν στον εντυπωσιασμό που προξενεί η ποινική ευθύνη προβεβλημένων πολιτικών προσώπων παρακάμπτοντας τη δύσκολη διαδικασία της αυτογνωσίας. Όσοι λίγοι εστιάζουν στους κοινωνικούς, πολιτικούς και διοικητικούς μηχανισμούς που οδήγησαν στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα αναφέρουν τον πελατειασμό ως βασικό «υπεύθυνο» για την ύπαρξή του.
Αλλά και πάλι, πέραν της παραδοσιακής νοηματοδότησής του, ο πελατειασμός δεν αναλύεται, δεν κατανοείται ως μια μεθοδολογία οργάνωσης και λειτουργίας ενός κράτους. Η παραδοσιακή ανάλυση τον οριοθετεί στην ανταλλακτική σχέση μεταξύ του πολιτικού και του ψηφοφόρου, όπου η ψήφος δίδεται με βάση τις προσωπικές εξυπηρετήσεις του πολίτη από τον πολιτικό.
Υπάρχει, όμως, κι ένα άλλο, ιδιαίτερα ενδιαφέρον και σημαντικό πεδίο εκδήλωσης του πελατειασμού που αφορά τη διοίκηση του ανθρώπινου δυναμικού του Δημοσίου και, ιδίως, τη διοικητική ηγεσία του. Εκεί, η σύγκρουση του πελατειασμού με την αξιοκρατία, την αξιοπρέπεια, τον επαγγελματισμό και την εφαρμογή των αρχών του κράτους δικαίου είναι μετωπική. Οφείλεται στην επικράτηση της λογικής «και τούτο ποιείν, κακείνο μη αφιέναι», δηλαδή, της επιχείρησης συνύπαρξης των αρχών της αντικειμενικότητας και της αξιοκρατίας με την ταυτόχρονη παγίωση και εδραίωση των αρχών του πελατειασμού. Το αποτέλεσμα είναι αρνητικό για τις μεταρρυθμίσεις που στηρίζονται και προωθούν τις αρχές του κράτους δικαίου και του δημόσιου μάνατζμεντ.
Ένα παράδειγμα, στο οποίο αποκαλύπτεται η προηγούμενη διαπάλη, είναι ο τρόπος με τον οποίο υπονομεύονται οι αρχές του εσωτερικού ελέγχου των δημοσίων υπηρεσιών μέσω της πελατοκρατικής ερμηνείας γενικών αρχών διοίκησης, όπως είναι η «υποχρέωση εχεμύθειας» και η «ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά» που απαντώνται σ’ όλες τις εκδοχές του πειθαρχικού δικαίου.
Αυτό συμβαίνει με η δίωξη της κ. Τυχεροπούλου, Διευθύντριας εσωτερικού ελέγχου του ΟΠΕΚΕΠΕ, με την επιφύλαξη της αλήθειας των στοιχείων του ρεπορτάζ. Ιδού λοιπόν, τα δεδομένα:
«Το γεγονός ότι η εν λόγω έκθεση (σσ. που αναφερόταν σε παράνομα ΑΦΜ) παραδόθηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο από την τότε προϊσταμένη της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου κ. Τυχεροπούλου, θεωρήθηκε από τη Διοίκηση του κ. Μπαμπασίδη ως παραβίαση της εχεμύθειας και ανάξια συμπεριφορά εκ μέρους της. Η Διοίκηση Μπαμπασίδη τον Οκτώβριο του 2024 την καθαίρεσε από Διευθύντρια Εσωτερικού Ελέγχου και την τοποθέτησε στο Πρωτόκολλο χωρίς πρόσβαση στο μηχανογραφικό σύστημα του Οργανισμού και επομένως χωρίς δυνατότητα πρωτοκόλλησης. Από το Σεπτέμβριο του 2024 οι Διοικήσεις Μπαμπασίδη και Σαλάτα άσκησαν 3 πειθαρχικά ομηρίας (που έμειναν παγωμένα για μήνες) και 2 μηνύσεις εναντίον της. Ταυτόχρονα παραβιάστηκε το ερμάριό της και κατασχέθηκε το αρχείο της και ο υπολογιστής της, με τις Διοικήσεις να αρνούνται ακόμα και σήμερα να της τα επιστρέψουν».
Μια υπάλληλος που προΐσταται της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου, της υπηρεσίας που αποστολή της είναι «να παρακολουθεί τις υπηρεσίες και τους εξουσιοδοτημένους φορείς που είναι αρμόδιοι για τη διενέργεια των ελέγχων και των άλλων λειτουργιών με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των κανονιστικών διατάξεων, των κατευθυντήριων γραμμών και των διαδικασιών, να δρομολογεί την τροποποίηση των συστημάτων προκειμένου να βελτιωθούν τα συστήματα ελέγχου εν γένει και να επανεξετάζει τις αιτήσεις και τα αιτήματα που υποβάλλονται στον Οργανισμό, καθώς και άλλα στοιχεία που δημιουργούν υπόνοιες για παρατυπίες. Στις αρμοδιότητες της Διεύθυνσης περιλαμβάνεται η άσκηση εσωτερικού ελέγχου στην οικονομική διαχείριση του Οργανισμού (Λογιστήριο του Οργανισμού)» διώκεται, καθαιρείται, εκβιάζεται και λοιδωρείται από τους πελατοκράτες πολιτικούς προϊσταμένους της.
Επειδή αντίστοιχα γεγονότα έχουν συμβεί, κατά κόρον, και ελάχιστα έχουν γίνει στην κατεύθυνση της περιστολής της πολιτικής αυθαιρεσίας στη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού, αναφέρουμε ορισμένες προτάσεις που θα λειτουργούσαν υπέρ της αντικειμενικότητας και της αξιοκρατίας και κατά του πελατειασμού και της πελατοκρατίας:
Α) Ο υπουργός καθ’ όν χρόνο ασκεί διοίκηση έχει διοικητική ευθύνη που ορίζεται και πιστοποιείται σε αντίστοιχα περιγράμματα θέσεων. Αυτά έχουν κανονιστική ισχύ και αποτελούν τη βάση της αξιολόγησής του.
Β) Οι υπουργοί έχοντες διοικητική ευθύνη λογοδοτούν για πράξεις η παραλείψεις τους στα αρμόδια ελεγκτικά και δικαστικά όργανα.
Γ) Κάθε Υπουργείο και εποπτευόμενο νομικό πρόσωπο πορεύεται με βάση το σχέδιο δράσης του το οποίο πρέπει να έχει προκύψει μέσα από μια εκτεταμένη διαβούλευση και τους κοινωνικούς εταίρους. Οι δράσεις του πρέπει να αξιολογούνται και να αναθεωρούνται, επίσης, μέσα από μια ευρεία διαβουλευτική διαδικασία.
Δ) Δημιουργία του Συνηγόρου του Δημοσίου Υπαλλήλου με σκοπό την προστασία των υπαλλήλων από την αυθαιρεσία των πολιτικών προϊσταμένων τους.
Ε) Καμία πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται σε προϊστάμενο Δημόσιας Υπηρεσίας με μονομερή απόφαση του πολιτικού προϊσταμένου.
Η σύγκρουση μεταξύ του διοικητικού ορθολογισμού και του πελατειακού ανορθολογισμού δεν θα σταματήσει με την αποκάλυψη της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ. Θα συνεχιστεί μέχρι την επικράτηση των αρχών του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας. Θα μπορούσε, όμως, σήμερα με την δρομολόγηση των μεταρρυθμίσεων που αναφέραμε να μετατραπεί ο ΟΠΕΚΕΠΕ από εστία κακοδιοίκησης σε υπόδειγμα καλής διοικητικής πρακτικής.
Ποιος θα αποτολμήσει να λάβει τις σχετικές αποφάσεις;



