Καλός προϊστάμενος στο Δημόσιο είναι όποιος έχει τα τυπικά προσόντα ή όποιος διαθέτει δεξιότητες; Το δίλημμα που πόλωσε τη συζήτηση για τον ν. 5331/2026 είναι εκτός πλαισίου αναφοράς, αντι-επιστημονικό και ιδεολογικοποιημένο. Γνώσεις και δεξιότητες σχετίζονται συμπληρωματικά, ενώ καμμία επιλογή δεν μπορεί να γίνει σωστά χωρίς σαφείς θέσεις εργασίας, αξιόπιστα εργαλεία επαλήθευσης και επιχειρησιακό πρόγραμμα, που ο νέος νόμος δεν προβλέπει.
Με ένα πρόσφατο νομοθέτημα του Υπουργείου Εσωτερικών (ν. 5331/2026) επέρχονται κρίσιμες αλλαγές στη δημόσια διοίκηση που αφορούν την ανάδειξη της ηγεσίας της.
Το ειδικότερο θέμα που αναδείχτηκε κατά τη συζήτηση του εν λόγω νομοσχεδίου ήταν η απάντηση σ’ ένα δίλημμα: «Τι είναι πιο σημαντικό για την επιλογή ενός (καλού) προϊστάμενου; Τα τυπικά προσόντα του (πτυχία, ξένες γλώσσες, γνώση των βασικών προγραμμάτων Η/Υ , προηγούμενη εμπειρία) ή οι δεξιότητές του (προσανατολισμός στον πολίτη, ομαδικότητα, προσαρμοστικότητα, προσανατολισμός στο αποτέλεσμα οργάνωση και προγραμματισμός, επίλυση προβλημάτων και δημιουργικότητα, επαγγελματισμός και ακεραιότητα, διαχείριση γνώσης και ηγετικότητα);
Η συζήτηση που πολώθηκε μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών παρουσιάζει τα εξής χαρακτηριστικά:
Α) Είναι εκτός πλαισίου αναφοράς. Δεξιότητες ή πτυχίο για ποια δουλειά; Τι θα κάνει ως προϊστάμενος ο Α που διαθέτει τις γνώσεις καλύτερα από τον Β που κατέχει τις δεξιότητες; Τα παραδείγματα που αναφέρονται από τους θιασώτες των δεξιοτήτων προέρχονται από μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες (πχ. Google) που ζητούν ανθρώπους με συγκεκριμένες δεξιότητες χωρίς να διαθέτουν, κατ’ ανάγκη, πτυχίο. Οι εταιρείες αυτές έχουν οργανώσει και τυποποιήσει συστήματα επαλήθευσης των δηλωνόμενων προσόντων και δεξιοτήτων πριν καταλήξουν στην επιλογή τους.
Απ’ αυτό το επίπεδο οργάνωσης εμείς που πιστοποιούμε την καταλληλότητα των υποψήφιων με βάση τους βαθμούς του πτυχίου ή με την ελεύθερη κρίση των χαρακτηρολογικών γνωρισμάτων τους μέσα από «δομημένες συνεντεύξεις» απέχουμε έτη φωτός.
B) Προκειμένου οι δεξιότητες να αποτελέσουν τον πιο άμεσο και αδιάψευστο μάρτυρα των ικανοτήτων ενός υποψήφιου προϊσταμένου πρέπει να γνωρίζουμε ποιες είναι οι παράμετροι της εργασίας για την οποία πρέπει να διαθέτει τις ανάλογες δεξιότητες.
Πρέπει, δηλαδή, να έχουν οριοθετηθεί και περιγραφεί συγκεκριμένα «επαγγέλματα» τα οποία, παρ’ ημίν εφευρέθηκαν μ’ έναν ανορθόδοξο τρόπο, όταν οι αρμοδιότητες των τμημάτων μετονομάστηκαν σε θέσεις εργασίας και διαμοιράστηκαν μεταξύ των υπαλλήλων. Κατ’ ακολουθία, τα περιγράμματα αναφέρονται σε μια εικονική πραγματικότητα και στη διοικητική πρακτική τα περισσότερα από τα διαλαμβανόμενα σ’ αυτά, απλώς αγνοούνται. Η δουλειά, σε επίπεδο τμήματος, εξακολουθεί να οριοθετείται αυστηρά από τον αριθμό των διαθέσιμων υπαλλήλων, τον βαθμό του επείγοντος ου μην αλλά και την εύνοια που εμφιλοχωρεί, συχνότατα, στις αποφάσεις των προϊστάμενων.
Γ) Η συζήτηση είναι αντι-επιστημονική και εντόνως ιδεολογικοποιημένη. Οι κρατιστές υποτίθεται ότι είναι υπέρ των γνώσεων και οι φιλελεύθεροι υπέρ των δεξιοτήτων. Γνώσεις και δεξιότητες βρίσκονται, όμως, σε συμπληρωματική κι όχι αντιθετική σχέση και, πάντως, το μείγμα πρέπει να καθορίζεται από τις πραγματικές οργανωτικές συνθήκες, το επίπεδο γνώσεων και την διοικητική κουλτούρα. Όταν, πάντως, αποφασίστηκε η πριμοδότηση των μεταπτυχιακών και το προβάδισμα των πτυχιούχων (ν. 2190/1994), το 1/3 των υπαλλήλων της κεντρικής δημόσιας διοίκησης (υπουργεία) ήταν απόφοιτοι Δευτεροβάθμιας και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης. Η αναβάθμιση του επιπέδου των γνώσεών τους ήταν μονόδρομος.
Δ) Οι προβλέψεις των κανονιστικών ρυθμίσεων πρέπει να συνοδεύονται από κάποιο επιχειρησιακό πρόγραμμα, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Ο νομοθέτης θεωρεί ότι μ’ έναν μαγικό τρόπο θα υλοποιηθούν όσα περιλαμβάνονται στις ρυθμίσεις. Οι καθυστερήσεις είναι, στην καλύτερη περίπτωση, το εύλογο επόμενο βήμα. Με σαφήνεια το απέδωσε ο Πρόεδρος του ΑΣΕΠ όταν ανέφερε ότι θα απαιτηθεί μακρύς χρόνος έως ότου δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις (βλ. διαλειτουργικότητες) μεταξύ των υπηρεσιών που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του.
Με το νόμο 5331/2026 επιχειρείται, εν τέλει, ακόμη μια φορά, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των δημοσίων υπαλλήλων και των δημοσίων υπηρεσιών. Πολύ φοβούμαι, ωστόσο, ότι λαμβανομένων υπόψιν των αδυναμιών του ίδιου του ρυθμιστικού πλαισίου (εξαιρέσεις, έλλειψη σχεδίου εφαρμογής, ελλείψεις υποδομών και επιπέδου υπηρετούντων υπαλλήλων) δεν θα αποδώσει τα αναμενόμενα.
Η προτεραιοποίηση των αναγκών στελέχωσης των θέσεων των προϊσταμένων σε υπηρεσίες αιχμής και η συντονισμένη εργασία ειδικών τόσο από το δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα ίσως μπορέσουν να δώσουν σ’ ένα έωλο εγχείρημα μια ευτυχή κατάληξη υπέρ των πολιτών και της δημόσιας διοίκησης.


