Άρθρο του Παναγιώτη Καρκατσούλη που αναδεικνύει την ανάγκη για ισότιμη πρόσβαση των δημοσίων υπαλλήλων στη συνεχιζόμενη μάθηση και κατάρτιση, παρουσιάζει τις νέες προοπτικές εκσυγχρονισμού του ΕΚΔΔΑ και υπογραμμίζει τη σημασία της συνεργασίας δημόσιων και ιδιωτικών εκπαιδευτικών φορέων για μια αποτελεσματικότερη δημόσια διοίκηση.
Όταν αναφερόμαστε στην ισότιμη πρόσβαση στη μάθηση ή την συνεχιζόμενη κατάρτιση, το μυαλό επαϊόντων και μη πάει στον ιδιωτικό- κι όχι στον δημόσιο- τομέα.
Κι, όμως, ο δημόσιος τομέας με περισσότερους από 700.000 εργαζόμενους δεν μπορεί να συγκριθεί ούτε ως μέγεθος ούτε ως εύρος και περιπλοκότητα παρέμβασης στην κοινωνία με καμία ιδιωτική οργάνωση, τουλάχιστον στη χώρα μας.
Τι συμβαίνει λοιπόν στο Δημόσιο; Δέχτηκα την πρόταση των οργανωτών της ημερίδας, για να σας παρουσιάσω κάποιες πτυχές των δημόσιων πολιτικών που ασκούνται για να ενισχύσουν την ισότιμη πρόσβαση των εργαζόμενων στη μάθηση. Ένας λόγος γι’ αυτό είναι μια κάποια κινητικότητα που έχει παρουσιαστεί, πρόσφατα, και στο Δημόσιο μετά από δεκαετίες ακινησίας.
Για να μπορέσουμε, όμως, να την αξιολογήσουμε σωστά, χρειάζεται να θέσουμε τα δεδομένα εντός του συγκεκριμένου πολιτικο-διοικητικού συστήματος, ειδάλλως ο λόγος μας θα καταλήξει κενός.
Από τον εμπειρισμό στην οργάνωση της μάθησης
Η Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας ’60- για να περιοριστούμε στο πρόσφατο παρελθόν- ήταν μια εντελώς διαφορετική χώρα από τη σημερινή- και στον τομέα της εκπαίδευσης και κατάρτισης των δημοσίων υπαλλήλων. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όταν με την βοήθεια του ΟΟΣΑ οργανώθηκε το πρώτο μεταπτυχιακό πρόγραμμα για θέματα οργάνωσης και διοίκησης, σ’ ένα βρετανικό πανεπιστήμιο, το οποίο μπορούσαν να παρακολουθήσουν και ορισμένοι δημόσιοι υπάλληλοι, κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει ότι εκείνοι που ανέλαβαν να μεταφέρουν τη γνώση στην καθημαγμένη ελληνική δημόσια διοίκηση θα τιμωρούνταν γι’ αυτό! Στις κρίσεις για την εξέλιξή τους που ακολούθησαν τις σπουδές τους παραλείφθηκαν άπαντες με την αιτιολογία ότι «σε κρίσιμο για την υπηρεσία διάστημα ευρίσκονταν εκτός υπηρεσίας».
Οι προσπάθειες οργάνωσης ενός συστήματος κατάρτισης των δημοσίων υπαλλήλων συνεχίστηκαν, ωστόσο, και τις επόμενες δεκαετίες, εστιαζόμενες, ιδίως, στην επιμόρφωση των προϊσταμένων. Κορυφαία στιγμή ήταν η δημιουργία του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, στις αρχές της δεκαετίας του 80, στο οποίο στεγάστηκαν οι δύο βασικές του μονάδες, η Σχολή Δημόσιας Διοίκησης με αποστολή την προεισαγωγική εκπαίδευση για τα μελλοντικά ηγετικά στελέχη του Δημοσίου, κατά τα δεδομένα της ΕΝΑ, της περιώνυμης γαλλικής σχολής δημόσιας διοίκησης και το Ινστιτούτο Επιμόρφωσης με αντικείμενο τη συνεχιζόμενη κατάρτιση των υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων.
Στα θετικά του ΕΚΔΔΑ μπορεί κανείς να συμπεριλάβει τους απόφοιτους της Σχολής και την ευαισθητοποίηση ενός μέρους της δημοσιοϋπαλληλίας σε τρέχοντα ζητήματα διοίκησης και οργάνωσης. Μόνο που τα θετικά αυτά είναι πολύ λίγα και δεν αρκούν για να δημιουργηθεί η κρίσιμη μάζα για τη δρομολόγηση των αλλαγών που χρειάζεται η δημόσια διοίκηση: Οι απόφοιτοι μετά από 40 χρόνια λειτουργίας της Σχολής δεν ξεπερνούν τους 3.500 σε σύνολο 600.000 μονίμων υπαλλήλων και το ποσοστό εκείνων που παρακολούθησαν κάποιο Σεμινάριο του Κέντρου δεν ξεπερνάει το 5-6%. Η ισότιμη πρόσβαση και η εξατομικευμένη κατάρτιση, περί των οποίων πολύ ο λόγος στον ιδιωτικό τομέα και τις επιχειρήσεις, φαντάζει απολύτως ανέφικτη και η διοίκηση εξακολουθεί να μαθαίνεται, ακόμη και σήμερα εμπειρικά, μέσα από το σωστό/λάθος παράδειγμα των αρχαιότερων.
Ήταν και είναι ηλίου φαεινότερο ότι ένας μοναδικός κρατικός φορέας κατάρτισης δεν αρκεί να καλύψει τις σημερινές, πολλώ δε μάλλον, τις μελλοντικές ανάγκες του πολυσχιδούς ελληνικού Δημοσίου, πλην όμως ιδεολογικο-πολιτικές αγκυλώσεις και οικονομική δυσπραγία δεν επέτρεψαν μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού μέσω της κατάρτισης.
Η πιο αξιοσημείωτη εξέλιξη στην περίοδο των τεσσάρων δεκαετιών από τη δημιουργία του Κέντρου και το μοναδικό άνοιγμα που επιχειρήθηκε ήταν η προσφορά μερικών μεταπτυχιακών τίτλων από κάποια τμήματα πανεπιστημίων, τα οποία, όμως, ελάχιστη προστιθέμενη αξία είχαν (και έχουν) όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας και της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών από το Δημόσιο.
Ένα άλλο είδος κατάρτισης, περιορισμένης, όμως, εμβέλειας και εστιασμένο σε ειδικότερα αντικείμενα είναι εκείνο που παρέχεται από τους Συμβούλους Επιχειρήσεων στο πλαίσιο υλοποίησης συγχρηματοδοτούμενων και μη έργων.
Μια ολοκληρωμένη δημόσια πολιτική για την ισότιμη πρόσβαση των εργαζόμενων στο Δημόσιο εξακολουθεί, σε κάθε περίπτωση, να είναι ζητούμενη.
Μάλιστα, η αναγκαιότητα υιοθέτησής της καθίσταται έτι περαιτέρω πιεστική καθώς μείζονες προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή, η βιώσιμη ανάπτυξη και η εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης, πρέπει να αντιμετωπιστούν από τα πολιτικά και διοικητικά στελέχη, ανεξαρτήτως ειδικότητας, βαθμού και θέσης στην ιεραρχία.
Τι είδους εκπαίδευση θέλουμε;
Aναγκαία παρένθεση εδώ: Η παρεχόμενη εκπαίδευση πρέπει να είναι συμπεριληπτική, να υιοθετεί, δηλαδή, προτάσεις, ιδέες και προσδοκίες των πολιτών πέραν εκείνων που θα καλύπτουν τους ίδιους τους δημοσίους υπαλλήλους. Η γνώση πρέπει επίσης να είναι διαμοιραστική, προσβάσιμη και προσπελάσιμη απ’ όλους τους κοινωνικούς εταίρους. Ένα μόνο καλό παράδειγμα από την αντιμετώπιση κρίσεων και καταστροφών: Η Ελβετία διακρίνεται για τους ισχυρούς δεσμούς της μεταξύ των κρατικών φορέων, των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών και της επιχειρηματικής κοινότητας που έχουν ως συν-αρμοδιότητα την αντιμετώπιση των κρίσεων και των καταστροφών. Τόσο το στρατηγικό σχέδιο όσο και τα επιχειρησιακά σχέδια εκπονούνται, υλοποιούνται και αξιολογούνται από το τριμερές αυτό σχήμα.
Μια ελπιδοφόρα προοπτική
Ερχόμενοι στα καθ’ ημάς: Ο πρόσφατος Ν. 5331/2026 (ΦΕΚ A 142 - 18.09.2026) που, μεταξύ άλλων, επαγγέλεται την αναδιοργάνωση και τον εκσυγχρονισµό του ΕΚΔΔΑ, προσφέρει μια καλή βάση εκκίνησης για μια συνεργασία του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα. Αφού περιγράφει τα βασικά χαρακτηριστικά της σχεδιαζόμενης επιμόρφωσης, ο νομοθέτης διευρύνει το πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του ΕΚΔΔΑ και επιχειρεί να μετατρέψει την αρχαϊκή δομή του σε μια σύγχρονη. Για τον λόγο αυτόν περιγράφει με περισσή λεπτομέρεια το πεδίο δράσης του ΕΚΔΔΑ (ανάπτυξη μεθοδολογιών ανίχνευσης των αναγκών εκπαίδευσης και επιμόρφωσης, εφαρμογή ειδικών επιμορφωτικών προγραμμάτων για την ανάπτυξη σύγχρονων δεξιοτήτων ηγεσίας μέσω της καλλιέργειας της στρατηγικής σκέψης, της ικανότητας λήψης αποφάσεων και της διαχείρισης κρίσεων, εφαρμογή συστήματος πιστοποίησης των εκπαιδευτικών δομών, της εκπαίδευσης, των επιμορφωτικών προγραμμάτων, του επιπέδου γνώσεων και δεξιοτήτων των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα σύμφωνα με διεθνή πρότυπα, καθώς και μηχανισμό αξιολόγησης και συνεχούς βελτίωσης των επιμορφωτικών προγραμμάτων και προγραμμάτων εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένων των χώρων επιμόρφωσης και εκπαίδευσης και του εκπαιδευτικού εξοπλισμού).
Για να πετύχει όλα τα προηγούμενα, το Κέντρο «συνεργάζεται με φορείς του δημοσίου τομέα και τις υπηρεσίες της Βουλής και συνάπτει προγραμματικές συμβάσεις, συμφωνίες και μνημόνια συνεργασίας με εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς φορείς, οργανισμούς και ιδρύματα του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανόμενων των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) και των Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (Ν.Π.Π.Ε.), των Κέντρων Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ.).
Μια δύσκολη αλλά ελπιδοφόρα προοπτική
Είναι αυτονόητο ότι ο δρόμος της ανάπτυξης μιας κοινής αντίληψης και πρακτικής μεταξύ των φορέων κατάρτισης του Δημοσίου και του Ιδιωτικού τομέα θα είναι δύσβατος και θα απαιτήσει υποχωρήσεις και θετική στάση από όλους. Μην ξεχνάμε, όμως, ότι τα ιδεολογήματα του απομονωτισμού και του κοινωνικού αυτοματισμού έχουν παράδοση στη χώρα μας.
Χάριν της συζητήσεως παραθέτω ορισμένες θεμελιώδεις αρχές χωρίς τον σεβασμό των οποίων το εγχείρημα θα είναι καταδικασμένο να αποτύχει:
Α) Άμεσα πρέπει να δοθούν οι ελάχιστες ποσοτικές και ποιοτικές προδιαγραφές των ιδιωτικών κέντρων εκπαίδευσης που απαιτεί το Δημόσιο. Αυτό πρέπει να γίνει πριν διαμορφωθούν καταστάσεις ασυδοσίας και ευκαιριακότητας- τύπου Σκοιλ Ελικίκου- που θα υπονομεύσουν το εγχείρημα. Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να δοθεί σε περιφερειακές δομές κατάρτισης.
Β) Με δεδομένο ότι η κοινωνική έρευνα στη χώρα μας βρίσκεται στα Τάρταρα και υποκαθίσταται από ανούσιες μηχανιστικές μεταφορές άλλων εννόμων τάξεων και πολιτισμικών δεδομένων, μόνο εκείνοι οι πάροχοι κατάρτισης που θα αποδείξουν ότι έχουν ή μπορούν να έχουν γνώση της ελληνικής πραγματικότητας και μπορούν να συμβάλλουν στην επίλυση των ζεόντων πραγματικών προβλημάτων της διοικήσεως, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στους επιλέξιμους συνεργάτες του Δημοσίου. Σε κάθε περίπτωση η αξιολόγησή τους θα πρέπει να επαναλαμβάνεται τουλάχιστον άπαξ του έτους.
Γ) Μόνο προγράμματα που θα έχουν διαφοροποιημένο περιεχόμενο και μέθοδο διδασκαλίας θα είναι επιλέξιμα. Σήμερα η παρεχόμενη κατάρτιση είναι αδιαφοροποίητη και, γι’ αυτό, το αποτύπωμά της είναι μηδενικό. Όσοι επιλεγούν ως εταίροι του Δημοσίου θα πρέπει να προσδιορίσουν επακριβώς σε ποια ομάδα δημοσίων υπαλλήλων θα απευθύνεται το περιεχόμενο των προγραμμάτων τους. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να επενδύσουν αναλόγως- η συνεργασία δεν είναι σημαία ευκαιρίας, είναι αποστολή ευθύνης.
Δ) Κατά τον σχεδιασμό μιας ολοκληρωμένης δημόσιας πολιτικής που θα περιλαμβάνει τόσο δημόσιους όσο και ιδιωτικούς παρόχους εκπαίδευσης, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο η οριοθέτηση του πεδίου δράσης των ιδιωτικών παρόχων, όσο και η διαφοροποίηση των μέσων και της μεθόδου με την οποία θα παρέχεται η εκπαίδευση. Ζητούμενη είναι η συνέργεια κι όχι ο αποκλεισμός κάποιου εκ των κοινωνικών μετόχων. Το Δημόσιο έχει ως πρώτιστο και αμετακίνητο στόχο κάθε ενέργειάς του την διαφύλαξη της νομιμότητας και του κράτους δικαίου, ενώ ο ιδιωτικός τομέας την συνδρομή του Δημοσίου στην βέλτιση εφαρμογή των δημόσιων πολιτικών.
Εν κατακλείδι, πολλά πρέπει να γίνουν προκειμένου να πετύχουμε την ισότιμη πρόσβαση στη μάθηση, ορισμένα, δε, εξ αυτών πρέπει να δρομολογηθούν άμεσα και να μην μεταφερθούν στο απροσδιόριστο μέλλον. Απαιτείται επιμόρφωση και κατάρτιση όλων όσων ασχολούνται με την επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων. Για παράδειγμα, η αξιολόγηση της εργασιακής εμπειρίας που αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα που απασχολούν τους φορείς της δημόσιας διοίκησης που ασκούν διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού, είναι συνδεδεμένη άρρηκτα με την εκπαίδευση και την κατάρτιση των υποψηφίων, αφού, εν τέλει η επάρκεια ή η ανεπάρκειά τους στο πεδίο συναρτάται άμεσα με τις γνώσεις και τις στάσεις τους.
Η πορεία για την κατάρτιση και την εφαρμογή ενός επαρκούς σχεδίου δράσης στο προκείμενο ζήτημα είναι υπόθεση τόσο των δημόσιων όσο και των ιδιωτικών παρόχων εκπαίδευσης.
Εάν κοινός οδηγός προς δράση είναι η παροχή των υπηρεσιών που ο πολίτης προσδοκά και έχει ανάγκη, τότε όλη η συζήτηση και οι διαχρονικές προσπάθειες της ενσωμάτωσης της γνώσης και της μάθησης στη διακυβέρνηση δεν θα έχουν πάει χαμένες.
Ανεπτυγμένη μορφή της παρέμβασής του Παναγιώτη Καρκατσούλη στο Συνέδριο «Δια βίου μάθηση και κατάρτιση: Νέες προκλήσεις και προοπτικές»


