Στην Ελλάδα επενδύουμε στην καταστολή αντί στην πρόληψη κρίσεων και καταστροφών, με αποτέλεσμα την ανεπαρκή προστασία της φύσης, της περιουσίας και, ενίοτε, της ανθρώπινης ζωής. Γιατί επιμένουν οι κρατούντες να αγνοούν τις συστάσεις των ειδικών; Ποιοι κερδίζουν από αυτή την πρακτική;
Μια από τις προσφιλείς πρακτικές των επαγγελματιών της πολιτικής είναι να αδιαφορούν για όσα οι ειδικοί συστήνουν σε διάφορα πεδία δημόσιων πολιτικών. Η επικοινωνία - ορθότερο, η προπαγάνδα - υπερτερεί της γνώσης και της σωφροσύνης. Μεταξύ αυτών δεσπόζουσα θέση κατέχει εκείνο της διαχείρισης κρίσεων και καταστροφών.
Η χώρα δεν διέθετε ποτέ αξιόπιστη πολιτική αντιμετώπισης κρίσεων κι είναι γνωστό στους παροικούντες την διοικητική Ιερουσαλήμ ότι οι υπηρεσιακές μονάδες της κεντρικής διοίκησης με αντικείμενο την «αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών» έφεραν επαξίως τον χαρακτηρισμό «ψυγείο». Η διαχείριση κρίσεων, μέχρι και την μεγάλη πυρκαγιά στο Μάτι, ήταν μια δευτερεύουσας σημασίας, μια περιθωριακή, πολιτική. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Πυροσβεστική που εμπλέκεται διαρκώς στην δασοπυρόσβεση είναι ένα σώμα που δημιουργήθηκε προκειμένου τα στελέχη του να εκπαιδευτούν για την αντιμετώπιση αστικών πυρκαγιών.
Μπορεί κανείς να απαριθμήσει σωρεία λαθών και παραλείψεων, αρχίζοντας από την ανυπαρξία μελετών τρωτότητας, έξι χρόνια μετά την ανακοίνωσή τους, περνώντας στην αποτυχία των Περιφερειακών Κέντρων Πολιτικής Προστασίας που θα αποκέντρωναν όχι μόνο τις δομές αλλά και την ίδια την πολιτική ευθύνη για τις δασικές πυρκαγιές και καταλήγοντας στην Ακαδημία Πολιτικής Προστασίας, η οποία μετά από μια πολύχρονη επώαση των προγραμμάτων της επιχειρεί, τώρα, τα πρώτα της βήματα.
Δεν θα σχολιάσουμε ούτε και τα ζητήματα που φέρονται να αποτελούν «πάγιες παθογένειες» του ελληνικού κράτους, όπως είναι ο συντονισμός των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και αρχών στο στάδιο της πρόληψης ή η διαρκώς εξαγγελλόμενη και μηδέποτε πραγματοποιούμενη έγκαιρη αποζημίωση των θυμάτων των καταστροφών.
Για να λυθούν αυτά τα προβλήματα χρειάζεται στρατηγικό σχέδιο για τη συνολική λειτουργία των διοικητικών αρχών και των επιπέδων διακυβέρνησης, μια μεγάλη μεταρρύθμιση που εξαγγέλθηκε πρόχειρα και κατέληξε μαζί με άλλες πολλές στον κάλαθο των αχρήστων.
Εκείνο το οποίο, όμως, προκαλεί απορία σε κάθε καλοπροαίρετο πολίτη, όταν δεν τoν διαδέχεται η οργή, είναι γιατί δεν λειτουργούν οι μηχανισμοί πρόληψης για τους οποίους υπάρχουν και οι πόροι και οι γνώσεις για την επαρκή οργάνωσή της.
Αντί γι’ αυτό, παρατηρούμε μια συνεχή διόγκωση των μηχανισμών καταστολής. Και, ναι μεν, η Ελλάδα έχει συγκριτικά με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, περισσότερα πτητικά μέσα, πλην όμως, κάθε χρόνο, επιβεβαιώνεται ότι αυτά δεν επαρκούν για να αποφευχθούν μεγάλης έκτασης καταστροφές.
Επομένως, προκύπτει αβίαστα το ερώτημα, πώς εξηγείται η επιμονή της κυβερνητικής πολιτικής με την καταστολή;
Είναι αδυναμία οργάνωσης και εφαρμογής μιας αποτελεσματικής δημόσιας πολιτικής; Είναι έλλειψη ουσιωδών προϋποθέσεων για να λειτουργήσουν οι μηχανισμοί πρόληψης; Είναι η καταστολή προσφορότερη επικοινωνιακά έναντι της άχρωμης πρόληψης; Ποιοι κερδίζουν και τι από την σώρευση των πτητικών μέσων;
Φοβούμαι ότι τα ερωτήματά μας θα μείνουν αναπάντητα. Για μια ακόμη φορά ο μέσος Έλληνας πολίτης νοιώθει αδύναμος και εγκλωβισμένος. Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε εάν κι αυτή τη φορά θα χειραγωγηθεί από τους επαγγελματίες δημαγωγούς ή εάν θα συνειδητοποιήσει ότι μόνον η έκφραση της δικής του φωνής, η έξοδός του από την παραίτηση και η στράτευσή του στον κοινωνικό αγώνα είναι εκείνη που μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια ουσιαστική ανατροπή των δεδομένων προκειμένου η πολιτική προστασία να σχεδιάζεται, εφαρμόζεται και αξιολογείται μόνον με επίκεντρο τον ίδιο.


