Η πρόσφατη συζήτηση για την αδειοδότηση των ιδιωτικών κέντρων ευεξίας αναδεικνύει ένα διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης: την αδυναμία να μετατρέψει την αδειοδότηση και τον έλεγχο σε αποτελεσματικούς μηχανισμούς προστασίας του δημόσιου συμφέροντος. Η παρούσα ανάλυση εξετάζει τις παθογένειες του υφιστάμενου συστήματος και προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση, με έμφαση στην απλούστευση, την πρόληψη, τη διαλειτουργικότητα και κυρίως στον έλεγχο των αποτελεσμάτων.
Εισαγωγή
Η αδειοδότηση των ιδιωτικών κέντρων ευεξίας που ήρθε, εσχάτως, στη δημοσιότητα αποκάλυψε την αδυναμία της δημόσιας διοίκησης να ελέγξει και να παρέμβει αποτελεσματικά στην καλή λειτουργία επιχειρήσεων που καλούνται να προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον και να διασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.
To παράδοξο αυτού του φαινομένου έγκειται στην- με μια εντυπωσιακή ακρίβεια- επανάληψή του σε κάθε κρίση ή καταστροφή και στην επίσης, εντυπωσιακή αδυναμία της ακαδημαϊκής κοινότητας και του πολιτικού συστήματος να το αντιμετωπίσουν. Μοιάζει σαν να βρισκόμαστε μπροστά σε μια εγγενή αδυναμία τόσο του πολιτικο-διοικητικού συστήματος όσο και σε μια κοινωνική αβελτηρία.
Το φαινόμενο έχει αναλυθεί από τους διοικητικούς επιστήμονες, παλιότερους και νεώτερους[1] πλην όμως οι επισημάνσεις που καταγράφονται στην βιβλιογραφία δεν είναι αρκετές για να οδηγήσουν σε μια διαφορετική πρακτική -κι ακόμη περισσότερο να εξαλείψουν τους γενεσιουργούς λόγους της δημιουργίας τους. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο εάν δρομολογηθούν οι κατάλληλες διοικητικές μεταρρυθμίσεις αλλά, ακόμη, είμαστε μακριά απ’ αυτό.
Πλην των γενικότερων αναλύσεων για τη φύση και τις ιδιοτυπίες του ελληνικού διοικητικού συστήματος, ελλείπουν και οι συστηματικές αναλύσεις δημοσίων πολιτικών οριζόντιου χαρακτήρα, όπως είναι οι αδειοδοτήσεις. Τούτων δοθέντων, η παρούσα μελέτη περίπτωσης αναζητά τα βασικά σημεία που μπορούν να μας επιτρέψουν να σχηματίσουμε μια εικόνα για τους γενεσιουργούς λόγους της (αν-)επάρκειας της ελληνικής δημόσιας διοίκησης να ακολουθεί διαδικασίες αδειοδότησης που θα μπορούσαν να αποσοβήσουν τέτοιου είδους καταστροφές και να σχεδιάσουμε μια βιώσιμη πολιτική εξόδου από την πεπατημένη.
Κρίσιμες διαστάσεις του ζητήματος της αδειοδότησης
Α) Όταν αδειοδοτούμε/πιστοποιούμε κάτι, διαπιστώνουμε μια πραγματικότητα που υπήρχε σε παρελθόντα χρόνο. Ο κάτοχος ενός πτυχίου μπορεί να ισχυριστεί ότι ο τίτλος πιστοποιεί τις γνώσεις του στο συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αρκετός για να ερμηνεύσει ή να τον καθοδηγήσει πως θα λύσει προβλήματα δημόσιας πολιτικής που αναφέρονται στο μέλλον
Επιπλέον, η διαρκής σοβούσα ένταση στις δημόσιες υπηρεσίες περί της χρονικής στενότητας δημιουργεί την πεποίθηση στους εργαζόμενους και την ηγεσία τους ότι τα χρονικά πλαίσια μιας διοικητικής ενέργειας είναι, πάντα, πολύ στενά. Αυτό μεταφράζεται στην προσταγή «δράσε τώρα»[2] και ο χρόνος που πιθανώς απαιτείται για την σωστή και πλήρη διερεύνηση ενός προβλήματος μεταφράζεται ως διοικητική παθολογία. Είναι, συναφώς, γνωστή η αναπαραγωγή της ατάκας του Jack L. Warner από κάθε εκλαϊκευμένο εγχειρίδιο του μάνατζμεντ «Δεν το θέλω καλό, το θέλω την Τρίτη».
Η μάστιγα της adhocness, της εγγενούς στη γραφειοκρατία κατανόησης των διοικητικών διαδικασιών ως βαρών, ως εμποδίων τα οποία πρέπει να παρακαμφθούν, δεν μπορεί να οδηγήσει σε μια ολοκληρωμένη δημόσια πολιτική. Η αντίληψη αυτή που αντιβαίνει τις αρχές των γραφειοκρατικών οργανώσεων σε σχέση με τον μονίμως επείγοντα χαρακτήρα της διεκπεραίωσης οδηγεί σε μια προσωρινή λύση ή παράκαμψη του προβλήματος αλλ’ όχι στην λύση του. Είναι ωστόσο, εντυπωσιακό πως πρακτικές της adhocness, όπως η δημιουργία επιτροπών που μελετούν το πρόβλημα, η αναφορά συγκεκριμένων δημοσίων προσώπων ή δικτύων που δημιουργούνται, επίσης, με μοναδικό σκοπό τη μελέτη και θεραπεία όχι του αιτίου που προκαλεί το συγκεκριμένο πρόβλημα αλλά την απαλλαγή απ’ αυτό, συναντούν ευρείες συναινέσεις[3].
Ο τρόπος που άλλες διοικήσεις επιχειρούν να θεραπεύσουν τη χρονική στενότητα που συνοδεύει τη νομοθετική/κανονιστική ρύθμιση είναι η συμμετοχή των στελεχών της δημόσιας διοίκησης σε μια διαρκή επιμορφωτική διαδικασία- μάλιστα, σήμερα, για πολλούς που κατέχουν ηγετικές θέσεις, η κατάρτιση αυτή είναι προσωποποιημένη. Στη χώρα μας, όμως, στην επιμόρφωση μέσω των σεμιναρίων του ΕΚΔΔΑ συμμετέχει ένα ποσοστό που εκτιμάται στο 6%-7% του ανθρώπινου δυναμικού (ανά έτος για την περίοδο 2020-2025). Σ’ αυτό περιλαμβάνονται και οι υπάλληλοι που έχουν ελεγκτικά καθήκοντα (πχ παρακολούθηση της καλής λειτουργίας των ιατρείων και λοιπών μονάδων δημόσιας υγείας)[4]
Β) Το ίδιο ισχύει και για τα δικαιολογητικά σύστασης και λειτουργίας μιας επιχείρησης. Η αδειοδότησή της δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να διασφαλίσει τη σύννομη και αποτελεσματική λειτουργία της για το μέλλον. Διασφαλίζει ότι είναι επαρκής ως προς τα προαπαιτούμενα που θέτει ο νόμος. Πολλά προβλήματα δημιουργούνται, ωστόσο, από την έλλειψη συστηματικότητας στην παραγωγή των ρυθμιστικών κανόνων και από την απουσία οργανωμένης πολιτικής για την απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών.
Η ταξινόμηση των διαδικασιών αδειοδότησης στο ΜΙΤΟΣ (εθνικό αρχείο διοικητικών διαδικασιών)[5] γίνεται με βάση τις συγκεκριμένες υπηρεσίες που προσφέρει η επιχείρηση και όχι με κριτήρια δημόσιας υγείας που θα οδηγούσαν σε μια διαφορετική κατηγοριοποίηση. Έτσι παρουσιάζονται τα εξής παράδοξα:
- Υπηρεσίες αισθητικής και περιποίησης (μασάζ, νύχια, μακιγιάζ): Υπάγονται στα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος και για την λειτουργία τους δεν απαιτείται καν άδεια, αλλά γνωστοποίηση της λειτουργίας τους που υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω της πλατφόρμας «open business». Η τεράστια διασπορά που παρατηρείται σε συνδυασμό με τους ελλιπείς ελέγχους λειτουργίας των καταστημάτων αυτών, δεν διασφαλίζει μόνο την παράνομη-συχνά-κερδοφορία τους αλλά και τη λειτουργία τους ως «πλυντήρια». Από την άποψη της δημόσιας ασφάλειας, ο μικρός βαθμός επικινδυνότητας τέτοιου τύπου υπηρεσιών περιποίησης δεν αποκλείει τη χρήση τους και για άλλες σοβαρότερες.
- Ινστιτούτα αισθητικής: Αίφνης, ο νομοθέτης αδειοδοτεί αυτού του τύπου τα καταστήματα μετά από σοβαρότερο έλεγχο, ζητώντας άδεια επαγγέλματος αισθητικού η οποία χορηγείται με την ολοκλήρωση σπουδών για την απόκτηση σχετικού διπλώματος από ΤΕΙ ή ισότιμο ίδρυμα του εξωτερικού. Ζητείται, επίσης, φάκελος του ακινήτου που να αποδεικνύει την ύπαρξη πολεοδομικών, κτιριολογικών και υγειονομικών προδιαγραφών. Η διαδικασία της αδειοδότησης είναι, πάντως, η ίδια με τα νυχάδικα (Ηλεκτρονική Γνωστοποίηση: Υποβάλλεται η δήλωση ίδρυσης και λειτουργίας στην πλατφόρμα notifybusiness.gov.gr πριν την έναρξη της δραστηριότητας), απλώς προστίθεται η συνδρομή της Περιφέρειας η οποία, μάλλον, λειτουργεί ως αποθετήριο αδειών παρά ως ελεγκτικός μηχανισμός και, δη, προληπτικός.
- Για τα «ινστιτούτα/κλινικές εναλλακτικών θεραπειών» προβλέπεται πέραν των προηγουμένων, έλεγχος από τον οικείο ιατρικό σύλλογο εάν πρόκειται να διενεργηθούν ιατρικές πράξεις στον χώρο.
Η αδειοδότηση των καταστημάτων αυτών με τη συμπερίληψή τους στα υγειονομικού ενδιαφέροντος κατέληξε να οδηγεί σε μεγάλης κλίμακας παραβατικότητα. Είναι δυσδιάκριτα τα κριτήρια με τα οποία διαφοροποιείται η αδειοδότηση ενός νυχάδικου από ένα κέντρο αισθητικής κι αυτών των δύο μ’ ενα κέντρο ευεξίας. Με δεδομένη τη χαλαρότητα των αδειοδοτήσεων ήταν μάλλον φυσικό επακόλουθο η εμφάνιση «ιατρείων» που υπόσχονται εναλλακτικές θεραπείες, πέραν και εκτός του κανονιστικού πλαισίου και των κανόνων δεοντολογίας του ιατρικού επαγγέλματος.
Γ) Οι έλεγχοι που έγιναν γνωστοί από την διοίκηση των επιχειρήσεων και τη θεωρία οργανώσεων και αποσκοπούν στη βελτίωση της καταλληλότητας, της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας είναι, ουσιαστικά, ανύπαρκτοι στη χώρα μας, παρά τον πακτωλό των χρημάτων που έχουν δοθεί σε μελέτες και μελετητές κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Παρά την ύπαρξη μονάδων εσωτερικού ελέγχου και της δημιουργίας επιθεωρητών ακεραιότητας[6], η δημόσια διοίκηση δεν λειτουργεί προληπτικά, δεν διαθέτει μηχανισμούς για την αξιολόγηση συμπεριφορών που μπορούν να εξελιχθούν σε δυσεπίλυτα προβλήματα ή καταστροφές[7].
Σε μια τέτοια δυσδιάκριτη και αόριστη ρυθμιστική πραγματικότητα, ο ρόλος του ανθρώπινου δυναμικού ποικίλλει. Δεν υπάρχει προσωπικό το οποίο να κάνει κατ’ αποκλειστικότητα ελέγχους καλής λειτουργίας ή να διαχειρίζεται πληροφορίες, διαμαρτυρίες, παράπονα κ.λπ. με σκοπό την επεξεργασία και την βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Το προσωπικό των πρωτοβάθμιων κέντρων υγείας είναι μεν ευάριθμο αλλά στην πλειοψηφία του απασχολείται με την υποστήριξη των περιφερειακών κέντρων υγείας[8]. Ειδικότερα, όσον αφορά τον έλεγχο καταλληλότητας και, ιδίως, εκείνον που αποσκοπεί στην πρόληψη ατυχημάτων (βλ. «Βιολάντα») είναι υπόθεση λίγων επαϊόντων του αντικειμένου οι οποίοι καλούνται, συνήθως, κατόπιν εορτής. Τέτοιοι έλεγχοι δεν υφίστανται, συστηματικά, παρεκτός στα στελέχη των σωμάτων ασφαλείας που έχουν έναν χαρακτήρα αξιολόγησης της ετοιμότητας με βάση ψυχομετρικά κριτήρια[9]. Τέτοιο χαρακτήρα τείνει να προσλάβει και η θρυλούμενη αξιολόγηση δεξιοτήτων- ένα κέλυφος που μέχρι στιγμής δεν έχει αναδείξει ένα περιεχόμενο. Σε κάθε περίπτωση, η επικέντρωση της αξιολόγησης στα προσωπικά χαρακτηριστικά των υπαλλήλων κι όχι στην απόδοσή τους σε σχέση με την θέση για την οποία κρίνονται ή στην οποία υπηρετούν, δεν μας οδηγεί στην αξιολόγηση (των διοικητικών διαδικασιών) που αποτυπώνονται στην αδειοδότηση ως μια πάγια διαδικασία ενσωματωμένη στο διοικητικό γίγνεσθαι/στο διοικητικό σύστημα.
Δ) Ο έλεγχος των αποτελεσμάτων- κατά πόσον, δηλαδή, η αδειοδότηση έχει πετύχει όσα η οργάνωση είχε δεσμευτεί μέσω της στοχοθεσίας της ότι θα πετύχαινε, δεν είναι μια άσκηση αυτό-δικαιολόγησης πεπραγμένων η μη (είτε αυτά αφορούν την κυβέρνηση είτε τη διοικητική ιεραρχία).
O έλεγχος των αποτελεσμάτων είτε πρόκειται για προγράμματα με ημερομηνία λήξεως είτε για δημόσιες πολιτικές με μονιμότερο χαρακτήρα είτε και για επιδόσεις συγκεκριμένων ομάδων διαφέρει από τον συνήθη έλεγχο εκροών που περιορίζεται σε μερικά «τικ» από μια λίστα πιθανολογούμενων εκροών.
Ο έλεγχος της αδειοδότησης είναι έλεγχος ποιότητας της διαδικασίας
Το αποτέλεσμα είναι μετρήσιμο και αφήνει το αποτύπωμά του στην οργάνωση και στην κοινωνία. Για την ανάδειξή του χρησιμοποιούμε γνωστούς εκ των προτέρων και δοκιμασμένους δείκτες αποτελέσματος (Key Performance Indicators (KPIs). Αυτού του είδους οι έλεγχοι μας παροχετεύουν διαρκώς δεδομένα και υποδείξεις τι πρέπει να βελτιωθεί, που και πως. Υπό την έννοια αυτή συνεισφέρουν αποτελεσματικά στην περαιτέρω οργανωτική ανάπτυξη, την βελτίωση της αδειοδότησης και, εν γένει, του συστήματος λήψης απόφασης. Η συμβολή τους στην καλύτερη διάθεση των πόρων και την επίτευξη των στόχων είναι καθοριστική.
Βαρύνοντα λόγο και ρόλο σ’ αυτό τον έλεγχο έχουν οι ίδιοι οι λήπτες των υπηρεσιών των δημοσίων οργανώσεων- δηλαδή, οι πολίτες. Παρ’ ημίν δεν υφίσταται τέτοιος έλεγχος αλλά κάποιες έρευνες ικανοποίησης που διεξάγονται μια δυο φορές το χρόνο, χωρίς όμως να υπάρχει δημόσια ανταπόκριση σ’ όσα οι πολίτες ζητούν/καταγγέλουν/ενίστανται.
Επείγει, συνεπώς, η επιστημονική και επαγγελματική αντιμετώπιση των αδειοδοτήσεων και των ελέγχων. Η επιστροφή σε ελέγχους νομιμότητας -μόνο!- που κάναμε τις προηγούμενες δεκαετίες (90 σώματα ελέγχου να ελέγξουν την άσκηση 1500 ελεγκτικών αρμοδιοτήτων μόνο στα Υπουργεία) δεν αρκεί.
Μεθοδολογικά και οργανωτικά προαπαιτούμενα για μια επιτυχημένη πολιτική βελτίωσης του καθεστώτος των αδειοδοτήσεων
- H οργάνωση τoυ ελεγκτικού έργου δεν πρέπει να στηρίζεται, προεχόντως, στην εσωτερική συμβατότητα των νομοθετικών κανόνων και οδηγιών αλλά στα αποτελέσματά τους.
- Ο έλεγχος δεν αφορά πρωτίστως τις μεμονωμένες εργασίες ούτε την βελτιστοποίηση ορισμένων υπο-διαδικασιών αλλά μια επανεξέταση των στόχων κάθε δημόσιας πολιτικής και του τρόπου με τον οποίο οι διαδικασίες αδειοδότησης σχετίζονται μ’ αυτούς.
- Για να επιτευχθεί μια διαδικαστική αναδιοργάνωση, όπως είναι η αδειοδότηση, πρέπει να επανεξεταστούν τα σημεία λήψης αποφάσεων και να τοποθετηθούν εκεί όπου υπάρχει πραγματική εκροή/εξαγόμενο από μια δραστηριότητα. Πρέπει να διασφαλιστεί η δυνατότητα να συλλέγονται οι πληροφορίες μόνον άπαξ (once-only principle) και απευθείας από την πηγή, ούτως ώστε να μπορεί η αδειοδοτική διαδικασία να βελτιώνεται συνεχώς.
- Σημαντική και απαραίτητη είναι επίσης η εξάλειψη των τμηματικών «σιλό» για να δημιουργηθούν δια-τμηματικές ροές εργασίας. Ίσως το πλέον ακανθώδες σημείο στην ελληνική περίπτωση είναι οι παραλληλίες ακόμα και εντός της ίδιας υπηρεσίας, μονάδων που δεν «διαλειτουργούν». Σ’ αυτές τις περιπτώσεις πέραν του λαβυρινθώδους χαρακτήρα της αδειοδότησης, δημιουργούνται ατυπικότητες οι οποίες, συχνά, λειτουργούν ως παρακαμπτήριες της νομιμότητας.
Πρακτικά βήματα για την εφαρμογή των προηγούμενων αρχών
- Λεπτομερής χαρτογράφηση της τρέχουσας κατάστασης. Η αποτύπωση του «ως έχει» αποσκοπεί στον εντοπισμό σοβαρών σημείων σύγχυσης, κενών και αδιεξόδων στην ισχύουσα και εφαρμοζόμενη διαδικασία αδειοδοτήσεων.
- Ο σχεδιασμός της απλούστευσης που ακολουθεί την χαρτογράφηση, αποτελεί την αποτύπωση της διαδικασίας όπως «θα πρέπει να είναι». Καταγράφονται συστηματικά διαδοχικές εγκρίσεις ανά ιεραρχικό επίπεδο ή διοικητικό αναβαθμό και ο διοικητικός φόρτος από ενέργειες που δεν έχουν προστιθέμενη αξία για την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Η διαδικασία αδειοδότησης επικεντρώνεται και περιορίζεται στα ουσιώδη.
- Η αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας πρέπει να ακολουθεί συγκεκριμένα πρωτόκολλα ενεργειών. Δεν πρέπει να γίνεται χρήση της εάν δεν έχει προηγηθεί απλούστευση των διαδικασιών, ειδάλλως ελλοχεύει ο κίνδυνος ψηφιακοποίησης της γραφειοκρατίας. Οι αλλεπάλληλες πλατφόρμες, οι πολυάριθμοι κωδικοί και η απουσία ανθρώπινης καθοδήγησης συντείνουν σ’ αυτή την κατεύθυνση και μετατρέπουν την αδειοδότηση σε βραχνά.
- Οι πιλοτικές εφαρμογές και η σταδιακή υλοποίηση με συνεχή προσαρμογή και βελτίωση όσων έχουν σχεδιαστεί αποτελούν βασικούς τρόπους υλοποίησης.
Επίλογος
Η δρομολόγηση ενός προγράμματος διοικητικών απλουστεύσεων θα αναδείξει την πολυπλοκότητα και την περιπλοκότητα των αδειοδοτήσεων. Η απλούστευσή τους δεν είναι, όμως, αυτοσκοπός αλλά υπηρετεί πέραν της νομιμότητας, της αποτελεσματικότητας και της οικονομικότητας, την ποιότητα των υπηρεσιών που οι πολίτες προσδοκούν και έχουν ανάγκη.
Μια συνεκτική και αποτελεσματική δημόσια πολιτική για τη βελτίωση της ποιότητας των αδειοδοτήσεων δεν θα υπακούει σε ευκαιριακά πολιτικά ή συντεχνιακά κελεύσματα και θα θέσει τέλος στις ψευτο-απλουστεύσεις που καλλιεργούν την εντύπωση ότι υπάρχει μια (καλή) άδεια για όλους και για όλα.
Η πολυπλοκότητα και η περιπλοκότητα του κοινωνικού και οικονομικού περιβάλλοντος επιτάσσει αντίστοιχης ποιότητας δημόσιες πολιτικές και παρεμβάσεις της δημόσιας διοίκησης, είτε αυτή αφορά τις αδειοδοτήσεις είτε τον ευρύτερο κοινωνικό ρόλο της.
[1] Βλ. ενδεικτικά Μακρυδημήτρης, Διοίκηση και κοινωνία (1999)· Ραμματά, Σύγχρονη Ελληνική Δημόσια Διοίκηση (2012)· Κτιστάκη, Διοικητική επιστήμη (2022)· Χαριτόπουλος, Η διοικητική επιστήμη στην Ελλάδα (2025). Βλ. επίσης Καρκατσούλης, «Η ευθύνη των υπαλλήλων και η μη ευθύνη των υπουργών» (2025)· InSocial, «Ανυπέρβατος ο δρόμος» (2024).
[2] Luhmann, «Die Knappheit der Zeit» (1971).
[3] Smid, «The Magic of Ad Hoc Solutions» (2023).
[4] ΕΚΔΔΑ, Αναζήτηση προγραμμάτων επιμόρφωσης.
[5] ΜΙΤΟΣ, Εθνικό Μητρώο Διοικητικών Διαδικασιών.
[6] Καρκατσούλης, «Έλεγχος ή/και ακεραιότητα;» (2026).
[7] Καρκατσούλης, Διοίκηση κρίσεων και καταστροφών (2023).
[8] ΕΛΣΤΑΤ, Πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας 2025 (2025).
[9] ΜΙΤΟΣ, «Έλεγχος καταλληλότητας προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας».
Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση
Καρκατσούλης, Π. (2023) Διοίκηση κρίσεων και καταστροφών. Αθήνα: Ελληνοεκδοτική.
Καρκατσούλης, Π. (2025) Η ευθύνη των υπαλλήλων και η μη ευθύνη των υπουργών, ΙΝΕΡΠ. Διαθέσιμο σε: https://ierp.gr/ergo/arthrografia/mi-efthini-ypourgon.
Καρκατσούλης, Π. (2026) Έλεγχος ή/και ακεραιότητα; Οι περιπέτειες μιας μεταρρύθμισης, ΙΝΕΡΠ. Διαθέσιμο σε: https://ierp.gr/ergo/arthrografia/elenchos-e-kai-akeraioteta-oi-peripeteies-mias-metarrythmises.
Κτιστάκη, Στ. (2022) Διοικητική επιστήμη και ελληνική δημόσια διοίκηση στον 21ο αιώνα. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.
Μακρυδημήτρης, Α. (1999) Διοίκηση και κοινωνία. Η δημόσια διοίκηση στην Ελλάδα. Αθήνα: Θεμέλιο.
Ραμματά, Μ. (2012) Σύγχρονη Ελληνική Δημόσια Διοίκηση: Ανάμεσα στη γραφειοκρατία και το μάνατζμεντ. Αθήνα: Κριτική.
Χαριτόπουλος, Α. (2025) Η διοικητική επιστήμη στην Ελλάδα: αναζητήσεις, προβλήματα και προοπτικές. Αθήνα: ΕΚΠΑ.
Ξενόγλωσση
Luhmann, N. (1971) «Die Knappheit der Zeit und die Vordringlichkeit des Befristeten», στο Politische Planung. Aufsätze zur Soziologie von Politik und Verwaltung. Opladen: Westdeutscher Verlag. Διαθέσιμο σε: https://link.springer.com/chapter/10.1007/978-3-658-22503-2_19.
Smid, J. (2023) «The Magic of Ad Hoc Solutions», Journal of the American Philosophical Association, 9(4), σσ. 724–741. Διαθέσιμο σε: https://www.cambridge.org/core/journals/journal-of-the-american-philosophical-association/article/magic-of-ad-hoc-solutions/244434941F3F11E1AB9BE7A50240A071.
Διαδικτυακές πηγές
ΕΚΔΔΑ (χ.χ.) Αναζήτηση προγραμμάτων επιμόρφωσης. Διαθέσιμο σε: https://www.ekdd.gr/επιμόρφωση/συμμετοχή-στην-επιμόρφωση/αναζήτηση-προγραμμάτων-επιμόρφωσης/.
ΕΛΣΤΑΤ (2025) Πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας 2025 [infographic]. Διαθέσιμο σε: https://www.statistics.gr/infographic-primary-health-2025.
ΜΙΤΟΣ (χ.χ.) Εθνικό Μητρώο Διοικητικών Διαδικασιών. Διαθέσιμο σε: https://mitos.gov.gr/index.php/.
ΜΙΤΟΣ (χ.χ.) «Έλεγχος καταλληλότητας προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας να φέρει πυροβόλο όπλο».
InSocial (2024) «Ανυπέρβατος ο δρόμος απόδοσης των πολιτικών, διοικητικών και ποινικών ευθυνών στον δημόσιο βίο», 8 Απριλίου. Διαθέσιμο σε: https://in-social.gr/ekdiloseis/anypervatos-o-dromos-apodosis-ton-politikon-dioikitikon-kai-poinikon-efthynon-ston-dimosio-vio/.