Πόσο αποτελεσματικά μπορούν οι αρχές να εντοπίζουν εγκαίρως τα εγκληματικά δίκτυα που αξιοποιούν νόμιμες επιχειρήσεις και να στερούν από αυτά τα παράνομα κέρδη; Η Έφη Λαμπροπούλου εξετάζει αυτά τα ερωτήματα με αφορμή την υπόθεση "Χωριάτικο"και αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα: τη δυσκολία των αρχών να διακρίνουν την πραγματική οικονομική δραστηριότητα από τη χρήση νόμιμων επιχειρήσεων ως μέσων συγκάλυψης εγκληματικών εσόδων.
Η υπόθεση που συνδέεται με την αλυσίδα αρτοποιείων «Χωριάτικο» θέτει ένα ερώτημα ευρύτερο από το ύψος της φερόμενης φοροδιαφυγής: πόσο έγκαιρα μπορούν οι κρατικοί μηχανισμοί να εντοπίζουν και να διακόπτουν τη λειτουργία εγκληματικών δικτύων; Η εξάρθρωση μιας οργάνωσης αποτελεί επιτυχία των διωκτικών αρχών. Όταν, όμως, αποκαλύπτεται πολυετής δραστηριότητα, η επιτυχία αυτή συνοδεύεται από ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα των προηγούμενων ελέγχων και παρεμβάσεων.
Η υπόθεση των αρτοποιείων εντάσσεται σε έναν ευρύτερο προβληματισμό για τη χρησιμοποίηση νόμιμων επιχειρήσεων από εγκληματικά δίκτυα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι λεγόμενες «επιχειρήσεις έντασης μετρητών» —cash-intensive businesses— όπως καταστήματα γρήγορου φαγητού, καφέ, μίνι μάρκετ, κομμωτήρια και πλυντήρια αυτοκινήτων. Οι πολυάριθμες συναλλαγές μικρής αξίας, στις οποίες συνήθως δεν καταγράφεται η ταυτότητα του πελάτη, δυσκολεύουν την επαλήθευση των πραγματικών εισπράξεων. Δημιουργείται έτσι περιθώριο τόσο για απόκρυψη πωλήσεων και φοροδιαφυγή όσο και για εμφάνιση χρημάτων εγκληματικής προέλευσης ως νόμιμου τζίρου. Πρόκειται για διαφορετικούς μηχανισμούς, οι οποίοι μπορούν να συνυπάρχουν.
Το φαινόμενο έχει καταγραφεί επανειλημμένα στο εξωτερικό. Στη Βρετανία, η επιχείρηση Machinize (2024-25) της Εθνικής Υπηρεσίας Καταπολέμησης του Εγκλήματος στόχευσε κουρεία (σημ. συγκεκριμένες περιοχές της Αθήνας έχουν πάρα πολλά….), καταστήματα περιποίησης άκρων (νύχια….), μίνι μάρκετ, καφετέριες για όρθιους, και άλλες επιχειρήσεις που χρησιμοποιούνταν, σύμφωνα με τις αρχές, ως κάλυψη για ξέπλυμα και δραστηριότητες συνδεόμενες με ναρκωτικά, παράνομη μετανάστευση, εμπορία ανθρώπων και παράνομο εμπόριο καπνικών προϊόντων. Στη δεύτερη φάση της (η πρώτη φάση αφιερώθηκε στην συλλογή πληροφοριών), τον Οκτώβριο του 2025, ελέγχθηκαν ή ερευνήθηκαν 2.734 χώροι και κατασχέθηκαν περισσότερα από 10,7 εκατομμύρια λίρες ως ύποπτα έσοδα από εγκληματικές δραστηριότητες. Αντιστοίχως, η ευρωπαϊκή επιχείρηση (15 χώρες) Eureka τον Μάϊο 2023 κατά της μαφίας της Καλαβρίας,’Ndrangheta, ανέδειξε επενδύσεις εγκληματικών κερδών σε εστιατόρια, ξενοδοχεία, μεσιτικά γραφεία, πλυντήρια αυτοκινήτων και σουπερμάρκετ.
Οι υποθέσεις αυτές αντανακλούν μια γενικότερη διαπίστωση. Στην έκθεση «Leveraging Legitimacy» του 2024, η Europol αναφέρει ότι το 86% των πλέον απειλητικών εγκληματικών δικτύων που εξέτασε εκμεταλλεύεται νόμιμες επιχειρηματικές δομές. Οι επιχειρήσεις προσφέρουν δυνατότητες απόκρυψης της πραγματικής ιδιοκτησίας, διευκόλυνσης παράνομων δραστηριοτήτων και νομιμοποίησης των εσόδων τους.
Η επιστημονική έρευνα προσθέτει μια κρίσιμη διάσταση: η αξία μιας επιχείρησης για μια εγκληματική οργάνωση δεν εξαντλείται στην εμπορική κερδοφορία της. Μελέτη δημοσιευθείσα το 2022 της ιταλικής Μονάδας Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (Unità di Informazione Finanziaria per l'Italia) σε 237 επιχειρήσεις που είχαν κατασχεθεί στο πλαίσιο υποθέσεων οργανωμένου εγκλήματος (2007-17), διαπίστωσε χαμηλότερη κερδοφορία από συγκρίσιμες νόμιμες επιχειρήσεις, παρά τα υψηλότερα έσοδά τους. Οι επιχειρήσεις αυτές μπορούσαν να εξυπηρετούν άλλους σκοπούς, όπως την επένδυση παράνομων κεφαλαίων ή την απόκτηση κυρίαρχης θέσης στην αγορά μέσω εκφοβισμού και εκτοπισμού ανταγωνιστών.
Επομένως, η αντιμετώπιση απαιτεί έρευνα πέρα από τη μεμονωμένη φορολογική παράβαση: ποιος χρηματοδοτεί, ποιος ελέγχει και ποιος τελικά ωφελείται. Χρειάζεται έγκαιρη σύνδεση φορολογικών, εταιρικών και αστυνομικών πληροφοριών, παράλληλη οικονομική έρευνα και εντοπισμός των εγκληματικών προσόδων. Η σύλληψη προσώπων δεν αρκεί όταν παραμένουν διαθέσιμα τα κεφάλαια, οι συνεργάτες και οι εταιρικές δομές που επιτρέπουν την ανασυγκρότηση του δικτύου.
Ευθύνη έχει και ο νομοθέτης. Οι διαδοχικές κυβερνήσεις οφείλουν να αξιολογούν συνολικά τις αλλαγές που εισάγουν: αν διευκολύνουν τη διερεύνηση σύνθετων υποθέσεων ή δημιουργούν κενά και ασυνέχειες που μπορούν να αξιοποιηθούν από εγκληματικά δίκτυα. Οι εξαγγελίες αυστηρότερων ποινών δεν υποκαθιστούν ένα συνεκτικό και εφαρμόσιμο πλαίσιο. Χρειάζεται επίσης αποτίμηση των πραγματικών αποτελεσμάτων κάθε νομοθετικής μεταβολής, πέρα από την κομματική αντιπαράθεση για τον εκάστοτε νόμο.
Αντιστοίχως, η δικαστική αντιμετώπιση του οργανωμένου οικονομικού εγκλήματος απαιτεί εξειδίκευση, επαρκείς πόρους και προτεραιοποίηση. Η πολυετής εκκρεμότητα απομακρύνει χρονικά την πράξη από τις συνέπειές της και δυσχεραίνει την αποκατάσταση της ζημίας. Η προσοχή των αρχών απονομής δικαιοσύνης πρέπει να διατηρείται και μετά τη δημοσιότητα των συλλήψεων, μέχρι την ολοκλήρωση της υπόθεσης.
Η διεθνής έρευνα για την γενική πρόληψη και αποτροπή υπογραμμίζει ότι η αντιλαμβανόμενη πιθανότητα εντοπισμού έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από την αυστηρότητα της απειλούμενης ποινής. Όταν ο έλεγχος θεωρείται απίθανος, ακόμη και βαριές ποινές έχουν περιορισμένη αποτρεπτική ισχύ. Η αποτελεσματικότητα της πολιτείας κρίνεται συνεπώς στη συνέχεια της παρέμβασης: έγκαιρος εντοπισμός, δικαστική κρίση σε εύλογο χρόνο, εκτέλεση των αποφάσεων και στέρηση του εγκληματικού οφέλους. Εκεί κρίνεται αν ένας εγκληματικός μηχανισμός παύει να λειτουργεί ή επανεμφανίζεται με διαφορετικά πρόσωπα και εταιρικές επωνυμίες.