Ανακαλύπτοντας εκ νέου την «ψυχή» της διακυβέρνησης. Η διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων από τον πυρήνα του νοήματος
Μεγάλος αριθμός πολιτών σήμερα φαίνεται όχι μόνο να δυσπιστεί αλλά και να δυσανασχετεί απέναντι στην κυβέρνησή του. «Έχουν πειστεί ότι η κυβέρνηση, ειδικά η ομοσπονδιακή, είναι σπάταλη, καταπιεστική και αναίσθητη, και οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να αμφιβάλλουν ότι οι δημόσιοι λειτουργοί ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον ή σύμφωνα με τις κοινά αποδεκτές αξίες».
Αυτή η δήλωση αποτελούσε μέρος του εισαγωγικού κεφαλαίου ενός βιβλίου με τίτλο Managing the Public’s Business (Διαχειριζόμενοι τις Δημόσιες Υποθέσεις), που εκδόθηκε το 1981 μετά την εκλογή του Ρόναλντ Ρίγκαν ως Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο συγγραφέας του βιβλίου, Laurence E. Lynn, ήταν εκείνη την εποχή καθηγητής δημόσιας πολιτικής στη Σχολή Διακυβέρνησης John F. Kennedy του Χάρβαρντ και πρώην Βοηθός Γραμματέας (Υφυπουργός) τόσο στο Υπουργείο Υγείας, Εκπαίδευσης και Πρόνοιας των ΗΠΑ (νυν Υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών) όσο και στο Υπουργείο Εσωτερικών.
Η υποστήριξη προς την κυβέρνηση σε υποεθνικά επίπεδα βρίσκεται επίσης σε τροχιά διάβρωσης, καθώς οι πολίτες αμφισβητούν όλο και περισσότερο τον ρόλο και το εύρος της παρέμβασης του δημόσιου τομέα, την απροθυμία υπέρβασης των κομματικών διαφορών για τη διαμόρφωση ουσιαστικών δημόσιων πολιτικών, τον ανεξέλεγκτο ρυθμό των κυβερνητικών δαπανών, καθώς και την αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα της παροχής δημόσιων υπηρεσιών.
Επιτρέψτε μου να υποστηρίξω ότι η «διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων» δεν ήταν ποτέ τόσο σημαντική όσο τώρα. Οι πολιτικές ανακατατάξεις, η αυξανόμενη παγκόσμια ανταγωνιστικότητα και αλληλεξάρτηση, οι αναδυόμενες εξελίξεις στις τεχνολογίες και το αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον, να εξεταστεί προσεκτικά η απόδοση της επένδυσης του κοινού στις κρατικές υποθέσεις. Πράγματι, η ίδια η φύση των δημόσιων υποθέσεων, εξ ορισμού, τις καθιστά τη μεγαλύτερη «επιχείρηση» στη δημόσια αγορά.
Ένα έθνος που καταστρέφει την ψυχή του, καταστρέφει τον εαυτό του
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και πολλά άλλα έθνη σε όλο τον κόσμο, υποφέρουν όχι τόσο από αυτό που ο Lynn αποκάλεσε «κρίση ικανότητας», αλλά από μια κρίση πνεύματος. Από αυτή την άποψη, είναι η ουσία της διακυβέρνησης στο πιο θεμελιώδες επίπεδο που κινδυνεύει και όχι η ικανότητα των εκλεγμένων, διορισμένων ή μόνιμων δημόσιων λειτουργών να ασκούν τα καθήκοντά τους αποτελεσματικά. Μόνο μέσω επανασύνδεσης με την «ψυχή» της μπορεί η καλή διακυβέρνηση να αναδειχθεί και οι προκλήσεις της διαφύλαξης του δημοσίου συμφέροντος να αντιμετωπιστούν με ακεραιότητα και αξιοπρέπεια.
Ασφαλώς, αυτό θα απαιτήσει ένα διαφορετικό παράδειγμα από αυτό που καθοδηγεί επί του παρόντος τον δημόσιο τομέα, ειδικά σε εθνικό επίπεδο. Καταρχάς, θα απαιτήσει να υψώσουμε συλλογικά τη συνείδησή μας και να επιδιώξουμε να ανακαλύψουμε κοινό έδαφος για τον σκοπό και το βαθύτερο νόημα της διακυβέρνησης.
Σε αυτό το πνεύμα, ο Jim Wallis, ιδρυτικός εκδότης του περιοδικού Sojourners, παρατήρησε ότι «μπορούμε να βρούμε κοινό έδαφος μόνο ανεβαίνοντας σε υψηλότερο έδαφος». Με άλλα λόγια, η πολιτική που βασίζεται στην εκλογική περιφέρεια και στα συμφέροντα των φατριών της, δεν θα μας οδηγήσει σε αυτό το υψηλότερο επίπεδο. Η πολιτική έχει υποβιβαστεί σε έναν εγωιστικό αγώνα για την εξουσία μεταξύ ανταγωνιστικών — και συχνά πολωτικών — συμφερόντων, αντί για μια διαδικασία αναζήτησης του κοινού καλού. Είναι σημαντικό ότι αυτή η αναγωγική άποψη για την πολιτική δεν θα επιτρέψει στη διακυβέρνηση να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της.
Η εύρεση του σημείου ισορροπίας μεταξύ του κοινού καλού και των ατομικών δικαιωμάτων δεν είναι απλή υπόθεση. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τέτοιο σταθερό σημείο. Ζούμε σε μια «εποχή παραδόξου», όπως παρατήρησε ο αείμνηστος Ιρλανδός συγγραφέας και φιλόσοφος Charles Handy, και η εύρεση ισορροπίας είναι μια τρομερή, διαρκής πρόκληση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον κρατικό τομέα, όπου η έλλειψη τάξης και σαφούς κατεύθυνσης πολιτικής είναι συνηθισμένα φαινόμενα.
Είναι επίσης σαφές ότι η δημόσια διακυβέρνηση τείνει να προκαλεί βαθιά ριζωμένες αξιακές θέσεις σχετικά με τα όρια μεταξύ της δημόσιας και της ιδιωτικής σφαίρας. Είναι αυτή η παθιασμένη επιθυμία για οριοθέτηση που θέτει το σκηνικό για την κατανόηση της πνευματικής πλευράς των δημόσιων υποθέσεων και υποδεικνύει την έδρα της ψυχής της πολιτείας ως μια ζωντανή οντότητα από μόνη της. Η πολιτεία, σύμφωνα με τα λόγια του Αριστοτέλη, «είναι κάτι περισσότερο από μια νομική δομή, περισσότερο από μια διάταξη αξιωμάτων· είναι ένας τρόπος ζωής, ένα ηθικό πνεύμα».
Στον βαθμό που η διακυβέρνηση θεωρείται ως η εκδήλωση μιας συλλογικότητας ζωντανών όντων, υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι διαθέτει δικές της ιδιότητες ανθρώπινων συστημάτων. Επομένως, δεν είναι τυχαίο ότι ο όρος «πολιτικό σώμα» (body politic) έχει χρησιμοποιηθεί συχνά στην ιστορία όταν αναφερόμαστε στην κυβέρνηση και την ορθή θέση της στην κοινωνία. Μία από τις ιδιότητες των ζωντανών ανθρώπινων συστημάτων είναι πνευματικής φύσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι για να επιτύχουν μεταρρυθμίσεις στην αρχαία ελληνική κοινωνία, το λίκνο του δυτικού πολιτισμού και της δημοκρατίας, τόσο ο Πλάτωνας όσο και ο Αριστοτέλης κατέφυγαν τελικά σε «πνευματικά μέσα». Ήταν η άποψή τους ότι για «να θεραπευτεί ο διχασμός και η διαίρεση του πνεύματος, πρέπει να χρησιμοποιηθεί μια κοινή παιδεία, η οποία θα θέσει όλους τους ανθρώπους στο ίδιο πνευματικό επίπεδο και θα τους μυήσει στην ίδια πνευματική κοινότητα».
Είναι η διαδικασία του αυθεντικού διαλόγου που συνδέεται στενότερα με την έννοια της «κοινής παιδείας» για την οικοδόμηση της πνευματικής κοινότητας που οραματιζόμαστε εδώ. Είναι σημαντικό ότι μέσω ενός τέτοιου διαλόγου — μιας διαδικασίας που ριζώνει και προέρχεται από την αρχαία ελληνική έννοια και λέξη λόγος — συνειδητοποιούμε και συνδεόμαστε με την «ψυχή» της χρηστής διακυβέρνησης.
Αλίμονο, αν μόνο ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης ήταν μαζί μας σήμερα!
«Το πρωτότυπο κείμενο είναι στην αγγλική γλώσσα και είναι διαθέσιμο στην αγγλική έκδοση του ιστότοπου: Rediscovering the “Soul” of Government. Managing the Public’s Business from the Core of Meaning.»
Μετάφραση στα ελληνικά: Φωτεινή Βήττου.
