Η οικονομική ανάπτυξη και η ευημερία της Κοινωνίας των Πολιτών στην Ελλάδα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πώς υιοθετεί και υλοποιεί τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Ή τουλάχιστον έτσι οφείλει να ξεκινά κάθε άρθρο περί ψηφιακού μετασχηματισμού που σέβεται τον εαυτό του, συνεχίζοντας πως, για το κράτος, αυτό σημαίνει μια νέα προσέγγιση προς τους πολίτες.
Μια προσέγγιση που, εστιάζοντας στην απλούστευση διαδικασιών και την ενσωμάτωση ψηφιακών υπηρεσιών, προάγει τη διευκόλυνση του πολίτη και την πιο αποτελεσματική και διαφανή λειτουργία του κράτους -και ιδιαίτερα της τοπικής αυτοδιοίκησης που βρίσκεται πιο κοντά στον πολίτη. Παράλληλα, προκρίνει, τη λογοδοσία, την αμεροληψία και άλλες θεμελιώδεις αρχές της δημόσιας διοίκησης – πάντα, φυσικά, βάζοντας στην εξίσωση και την αποτελεσματική διαχείριση των (κατά κανόνα περιορισμένων) δημόσιων πόρων.
Κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει με αυτή την εισαγωγή, σωστά; Άλλωστε, τείνει να περιλαμβάνεται σε κάθε σύγγραμμα και σε κάθε άρθρο περί ψηφιακού μετασχηματισμού του δημοσίου. Τα ευτράπελα, βέβαια, αρχίζουν όταν ξεκινά κανείς να μελετά πώς αυτή η εύλογη πλην σχετικά «ακαδημαϊκή» εισαγωγή εφαρμόζεται στην πράξη. Και κάπου εκεί ξεκινά το χάος, καθώς η σκοπιμότητα και οι μέθοδοι εφαρμογής της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης είναι μια πρωτίστως πολιτική επιλογή που συχνά έχει να κάνει με την αντίληψη που έχει ο εκάστοτε φορέας της εξουσίας περί ψηφιακού μετασχηματισμού, είτε σε εθνικό είτε σε τοπικό επίπεδο, δηλαδή στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Σε επίπεδο κεντρικής διοίκησης, δηλαδή της κυβέρνησης, η Ελλάδα όφειλε να έχει πραγματοποιήσει σημαντικές τομές εδώ και τουλάχιστον 15 χρόνια, προκειμένου όχι μόνο να συμβαδίσει με τις ευρωπαϊκές τάσεις στο ζήτημα της ψηφιοποίησης αλλά να προχωρήσει με αυτόν τον τρόπο στον εξορθολογισμό των διαδικασιών της δημόσιας διοίκησης. Παρ’ όλο που μέσα σε αυτά τα 15 χρόνια έχει να επιδείξει σημαντικά βήματα, με τα κυριότερα εξ αυτών πιθανότατα να είναι η Δι@ύγεια και το TAXISnet, εντούτοις ο βηματισμός φαίνεται πως ήταν βραδύς και αναποφάσιστος. Χρειάστηκε, δυστυχώς, μια πρωτόγνωρη υγειονομική κρίση, αυτή της πανδημίας του Covid-19, προκειμένου αυτός ο βηματισμός να μετατραπεί σε αγώνα δρόμου. Έτσι, αν και με καθυστέρηση πολλών ετών, με το gov.gr δημιουργήθηκαν επιτέλους νέες ψηφιακές υπηρεσίες που διευκολύνουν την αλληλεπίδραση των πολιτών με το κράτος, ενισχύοντας παράλληλα την ευελιξία στην ανάπτυξη ψηφιακών εφαρμογών. Αντίστοιχα, πλην καθόλου συντεταγμένα και πολύ συχνά με πρόχειρο τρόπο, η τοπική αυτοδιοίκηση έσπευσε, επίσης, να ανταποκριθεί στις ιδιάζουσες συνθήκες της πανδημίας μετατρέποντας (αλλά, συνήθως, όχι μετασχηματίζοντας) κάποιες εκ των υπηρεσιών της σε ψηφιακή μορφή.
Μια από τις κυριότερες παρενέργειες του να εκβιάζεις τον ψηφιακό μετασχηματισμό της δημόσιας διοίκησης και δη της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι κατ’ αρχήν ότι δεν παίζουν όλοι επί ίσοις όροις. Είναι αυτονόητο ότι ένας Δήμος των 140 κατοίκων, όπως ο Δήμος Γαύδου, δεν έχει τις ίδιες δυνατότητες ή τα μέσα με ένα Δήμο των 650.000 κατοίκων, όπως ο Δήμος Αθηναίων. Φυσικά, δεν είναι ίδιο ούτε το εύρος των δράσεων και των αναγκών στις οποίες καλείται να ανταπεξέλθει ο καθένας, τηρουμένων των αναλογιών σε όρους μεγέθους, ωστόσο είναι ίδιο το εύρος των δικαιωμάτων των πολιτών στα οποία οφείλει να ανταποκριθεί. Εξάλλου, η καθημερινότητα των πολιτών επηρεάζεται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις υπηρεσίες και τις υποδομές που προσφέρει (ή δεν προσφέρει) η τοπική αυτοδιοίκηση, κι όχι τόσο από τις αντίστοιχες υπηρεσίες της κεντρικής κυβέρνησης. Γιατί, ναι μεν θα μπει κάποιος στο gov.gr για να εκδόσει μια υπεύθυνη δήλωση (και μοιραία μπορεί να αναρωτηθεί αν ήταν πια τόσο δύσκολο να υλοποιηθεί μια τέτοια εφαρμογή πριν 10 χρόνια, αντί να περιμένει καρτερικά στην ουρά ενός ΚΕΠ ή κάποιας άλλης δημόσιας υπηρεσίας για επικύρωση ενός εγγράφου), αλλά για μια σειρά από ζητήματα της καθημερινότητας, όπως μια επικίνδυνη λακκούβα στο δρόμο, μια σπασμένη κούνια στην παιδική χαρά, έναν καμένο λαμπτήρα στον οδοφωτισμό της γειτονιάς, ένα ογκώδες αντικείμενο που πέταξε κάποιος γείτονας στο πεζοδρόμιο κ.λπ., αρμόδιος είναι ο δήμος. Και αν ήθελες να μπεις στη διαδικασία να απευθυνθείς στο δήμο σου για κάποιο εξ αυτών των ζητημάτων, ποιά διαδικασία θα προτιμούσες να ακολουθήσεις; Να μπεις απλώς στην εφαρμογή υποδοχής αιτημάτων πολιτών (CRM) του Δήμου στον χώρο και τον χρόνο σου, π.χ. από το κινητό σου, και να περιγράψεις το πρόβλημα, επισυνάπτοντας και μια φωτογραφία, ή να πας στο δημαρχείο και να περιμένεις σε μια ουρά για να συμπληρώσεις μια αίτηση και να υποβάλεις γραπτώς το αίτημα σε ένα γκισέ; Συχνά αυτή η διαφορά αποτυπώνεται ευθέως και στην κατάσταση των υποδομών και των υπηρεσιών μιας πόλης. Για παράδειγμα, οι παιδικές χαρές στον Δήμο Κορυδαλλού, ο οποίος διαθέτει ηλεκτρονική πλατφόρμα υποδοχής αιτημάτων πολιτών, είναι σε καλύτερη κατάσταση από τον (διπλανό) Δήμο Νίκαιας, ο οποίος δεν διαθέτει αντίστοιχη πλατφόρμα.
Αν όχι όλοι, οι περισσότεροι δήμοι της Ελλάδας αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατά την ψηφιακή μετάβαση, αλλά αυτή αποτελεί εδώ και πολύ καιρό αναγκαία προϋπόθεση για να επιτελέσουν τους σκοπούς τους, τουλάχιστον με αποδοτικό τρόπο. Ωστόσο, ταυτόχρονα παρατηρούμε τεράστιες διαφορές στο βαθμό ολοκλήρωσης του ψηφιακού μετασχηματισμού στην τοπική αυτοδιοίκηση, ακόμα και ανάμεσα σε δήμους που έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά σε όρους πληθυσμού και υποδομών. Ορισμένοι δήμοι έχουν προχωρήσει σημαντικά σε αυτόν τον τομέα, προσφέροντας πληθώρα ψηφιακών υπηρεσιών, τη στιγμή που άλλοι δήμοι ακόμη συζητούν πώς και αν θα τις εφαρμόσουν.
Πάντα τηρουμένων των αναλογιών, φυσικά, όπως προαναφέρθηκε, ακόμα και ο μεγαλύτερος δήμος της χώρας, ο Δήμος Αθηναίων, χαρακτηρίζεται από σημαντικές ελλείψεις και έχει μεγάλα περιθώρια βελτίωσης. Σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής για λογαριασμό του Παρατηρητηρίου Περιφερειακών Πολιτικών στα τέλη του 2022 σχετικά με την Ψηφιακή Διακυβέρνηση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, προσφέρει μακράν το μεγαλύτερο αριθμό ηλεκτρονικών υπηρεσιών σε σχέση με τους υπόλοιπους δήμους της χώρας. Εντούτοις, σε σχετικούς αριθμούς αυτός ο αριθμός αποτελεί μόνον ένα κλάσμα του συνολικού αριθμού των υπηρεσιών του. Δηλαδή, ενώ μπορεί να καυχιέται ότι διαθέτει πάνω από 100 υπηρεσίες ηλεκτρονικά, την ίδια ώρα -σύμφωνα με την προαναφερόμενη μελέτη- δεν διαθέτει ηλεκτρονικά περίπου 400 άλλες υπηρεσίες. Και ακόμα δεν έχουμε υπεισέλθει καν στο ζήτημα της ποιότητας αυτών των υπηρεσιών…
Πάντα τηρουμένων των αναλογιών, φυσικά, όπως προαναφέρθηκε, ακόμα και ο μεγαλύτερος δήμος της χώρας, ο Δήμος Αθηναίων, χαρακτηρίζεται από σημαντικές ελλείψεις και έχει μεγάλα περιθώρια βελτίωσης. Σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής για λογαριασμό του Παρατηρητηρίου Περιφερειακών Πολιτικών στα τέλη του 2022 σχετικά με την Ψηφιακή Διακυβέρνηση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, προσφέρει μακράν το μεγαλύτερο αριθμό ηλεκτρονικών υπηρεσιών σε σχέση με τους υπόλοιπους δήμους της χώρας. Εντούτοις, σε σχετικούς αριθμούς αποτελεί μόνον ένα κλάσμα του συνολικού αριθμού των υπηρεσιών του. Δηλαδή, ενώ μπορεί να καυχιέται ότι διαθέτει πάνω από 100 υπηρεσίες ηλεκτρονικά, την ίδια ώρα -σύμφωνα με την προαναφερόμενη μελέτη- δεν διαθέτει ηλεκτρονικά περίπου 400 άλλες υπηρεσίες. Και ακόμα δεν έχουμε υπεισέλθει καν στο ζήτημα της ποιότητας αυτών των υπηρεσιών…
Παρατηρείται, λοιπόν, ότι αρκετοί δήμοι – και ιδίως κάποιοι που έχουν μείνει πίσω στον ψηφιακό μετασχηματισμό – αναπτύσσουν στρατηγικές που αντιμετωπίζουν το ζήτημα όπως κάθε άλλο ζήτημα: με τη λογική της ανάθεσης. Φαίνεται, δηλαδή, να πιστεύουν ότι η ψηφιακή εξέλιξη μπορεί να επιτευχθεί απλώς με την εύρεση κατάλληλων προμηθευτών/αναδόχων/εργολάβων και την υλοποίηση μεμονωμένων τεχνολογικών λύσεων για κάθε επιμέρους ζήτημα. Θυμάστε το τέτρις, ένα από τα πιο δημοφιλή παιχνίδια στα τέλη της δεκαετίας του ‘80; Αυτό που πολλές φορές παρατηρείται με τα έργα ηλεκτρονικής διακυβέρνησης της τοπικής αυτοδιοίκησης μοιάζει με ένα παιχνίδι Τέτρις που εξελίχθηκε αρκετά άσχημα. Αυτό σε όρους ανάλυσης και σχεδιασμού του ψηφιακού μετασχηματισμού σημαίνει ότι απουσιάζουν βασικά στοιχεία όπως επιχειρησιακή αρχιτεκτονική, μετάπτωση και διαμοιρασμός δεδομένων, διαλειτουργικότητα μεταξύ εφαρμογών καθώς και βασικά επιχειρησιακά στοιχεία που αποτελούν την τεχνολογική βάση για άλλες εφαρμογές και υπηρεσίες, με συνέπεια να μην «κουμπώνουν» μεταξύ τους τα έργα, όπως ακριβώς δεν «κουμπώνουν» μεταξύ τους τα κομμάτια σ’ ένα παιχνίδι τέτρις αν δεν τα κατευθύνεις με τους κατάλληλους χειρισμούς. Το αποτέλεσμα, όπως το εισπράττουν οι τελικοί ωφελούμενοι, δηλαδή οι δημότες και εν γένει οι πολίτες, είναι συχνά τραγελαφικό. Μπαίνεις, για παράδειγμα, στον ολοκαίνουριο ιστότοπο ενός δήμου προσπαθώντας να βρεις μια λιγότερο πρόσφατη πληροφορία, όπως μια ανακοίνωση, και καταλήγεις σε σελίδα 404, δηλαδή σε ένα μήνυμα που σου λέει ότι η σελίδα ή το αρχείο που αναζητάς «δεν βρέθηκε». Κι αυτό γιατί ο ανάδοχος κατά την υλοποίηση άλλαξε εντελώς την αρχιτεκτονική του ιστοτόπου και δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να αντιστοιχήσει τις διαδρομές (URLs) των σελίδων του προηγούμενου ιστοτόπου με τις ανάλογες σελίδες του νέου, ώστε να εξασφαλίσει μια συνέχεια στη λειτουργία του. Ιδιαίτερα αυτό το φαινόμενο, της «εξαφάνισης» πληροφοριών, έχει πολλαπλές δυσμενείς επιπτώσεις τόσο στη δημόσια διοίκηση όσο και στους ίδιους τους πολίτες, η σημαντικότερη εκ των οποίων είναι ότι καταστρατηγεί την αρχή της δημοσιότητας ή αλλιώς της φανερής δράσης της διοίκησης, μια αρχή θεμελιώδη για τη δημοκρατία καθώς αναφέρεται στο δικαίωμα των πολιτών να ενημερώνονται και να συμμετέχουν στην αποτελεσματική άσκηση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων τους.
Η αποσπασματική και κατακερματισμένη υλοποίηση των επιμέρους απαιτήσεων και επιταγών της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης πολλές φορές εντοπίζεται και σε έργα του ίδιου αναδόχου, ο οποίος στο πέρασμα του χρόνου μπορεί να προσθέτει νέες ψηφιακές λειτουργίες σε μια δεδομένη υποδομή, πολλές φορές αγνοώντας το πώς θα διαλειτουργήσουν με τις ήδη υπάρχουσες και αδιαφορώντας για το πόσο χρηστικό είναι το τελικό αποτέλεσμα. Είναι σημαντικό, λοιπόν, να συνειδητοποιήσουμε ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός είναι μια συνεχής διεργασία, που οφείλει να προσεγγίζεται με υπευθυνότητα και συνέπεια, να διέπεται από ένα σαφές πλάνο και να ακολουθεί μια σοβαρή μεθοδολογία βασιζόμενη σε διεθνείς καλές πρακτικές και υποστηρίζοντας τη συνεχόμενη επέκταση και τον εμπλουτισμό των υπηρεσιών με επαγγελματικό και συνεκτικό τρόπο, αποσκοπώντας στην ουσιαστική βελτίωση της ψηφιακής εμπειρίας των πολιτών. Η ηλεκτρονική διακυβέρνηση πρέπει να σταματήσει επιτέλους να είναι ένα παιχνίδι Τέτρις όπου έρχεται ο καθένας να προσθέσει κι από ένα κομμάτι στα τυφλά, γιατί αργά ή γρήγορα θα έρθει το τέλος του παιχνιδιού και ο χαμένος θα είναι, όπως πάντα, ο πολίτης.
Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε την τρέχουσα κατάσταση και το πώς αυτή έχει διαμορφωθεί στον άξονα του χρόνου, καθώς και να είμαστε απόλυτα συνειδητοποιημένοι ως προς τις επιδράσεις που έχουν ασκήσει διαχρονικά οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές τύπου ΣΔΙΤ στη δημόσια διοίκηση και δη στους 332 δήμους και τις 13 περιφέρειες της Ελλάδας. Δεν αρκεί να συγκρίνουμε ορθές πρακτικές μεταξύ ελληνικών ή και ευρωπαϊκών δήμων, ούτε να αρκούμαστε στα μικρά ή μεγάλα βήματα που έχει κάνει ένας δήμος. Η πρακτική του «τέτρις» πάνω στις πλάτες της δημόσιας διοίκησης και των πολιτών ήταν ανησυχητική πριν 10 χρόνια. Με τις διαστάσεις που έχει πάρει πλέον είναι απόλυτα καταστροφική για τη δημόσια διοίκηση και αποτελεί τεράστια τροχοπέδη για την ουσιαστική πρόοδο της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης στην Ελλάδα. Η υποστελέχωση της τοπικής αυτοδιοίκησης, που συχνά είναι τόσο έντονη που καταλήγει ακόμα και να υποστηρίζεται έμμεσα με ανθρώπινο δυναμικό από τις ανώνυμες εταιρείες των δήμων, αποτελεί μεν ένα από τα σημαντικότερα και διαρκώς διογκούμενα προβλήματα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί την ύπαρξη ικανών στελεχών στους δήμους και τις περιφέρειες, ούτε τις δυνατότητες και το ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν αυτά τα στελέχη στο μετριασμό (αν όχι την ανατροπή) αυτού του φαινομένου. Η Κοινωνία των Πολιτών με τη σειρά της, είναι απολύτως κρίσιμο να μη συνηθίσει αυτό το φαινόμενο, όσο κι αν τείνει να έχει γίνει βίωμα εδώ και πολλά χρόνια. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου δεν μας εκπλήσσει τίποτα πια, αποδεχόμενοι την εδραίωση ενός δόγματος που υποστηρίζει ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για αυτό (το λεγόμενο “there is no alternative” ή TINA).
Ο έλεγχος των αποφάσεων και εν γένει των δράσεων ενός δήμου δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των αντιπολιτευόμενων παρατάξεων στο δημοτικό του συμβούλιο, απεναντίας συντελείται κάθε μέρα και σε κάθε σημείο της πόλης, με τον ίδιο τρόπο που δεν περιμένει κανείς από την αντιπολίτευση ενός δήμου να αναδείξει ένα σπασμένο ξύλινο σκαλοπάτι στην τσουλήθρα μιας συνοικιακής παιδικής χαράς. Αντίστοιχα, τα κακώς κείμενα στην ψηφιακή παρουσία ενός δήμου και γενικά στην κατεύθυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού του, σαφώς και οφείλουν να βρίσκονται συνεχώς στην κορυφή της ατζέντας όλων των δημοτικών παρατάξεων λόγω της κρισιμότητας των εν λόγω ζητημάτων, αλλά οφείλουν να επισημαίνονται και από τους ίδιους τους πολίτες καθώς και να αποτελούν αντικείμενο πίεσης των δημοτικών αρχόντων. Μια τέτοια πίεση ίσως να συμβάλει στο να αρχίσουν να πέφτουν έστω κάποια κομμάτια σωστά στην πίστα του Τέτρις, ενώ αντιθέτως η έλλειψη τέτοιας πίεσης σίγουρα θα οδηγήσει αργά ή γρήγορα στο «Game Over». Κι επειδή η τοπική αυτοδιοίκηση δεν κινείται με όρους ανώνυμης εταιρείας για να «κλείσει», ένα «Game Over» σε αυτή την περίπτωση συνήθως σημαίνει απλώς μια ακόμη ανάθεση ή έναν ακόμη διαγωνισμό, με ένα διόλου ευκαταφρόνητο κόστος λόγω της κρισιμότητας του ζητήματος (και άρα με περισσότερα χρήματα πολιτών) για έναν α λα καρτ εξορθολογισμό προκειμένου να συνεχίσει το παιχνίδι από ‘κει που έμεινε. Με λίγα λόγια όσο αδιαφορούμε για αυτή την κατάσταση, τόσο περισσότερο την πληρώνουμε. Οπότε το ερώτημα είναι πόσα κέρματα είμαστε διατεθειμένοι να ρίξουμε σε ένα παιχνίδι Τέτρις για να παίζει κάποιος αιρετός ή σύμβουλος ενός δήμου, έχοντας κλειστά τα μάτια και γυρισμένη την πλάτη στην οθόνη του παιχνιδιού, πριν αρχίσουμε να τον προτρέπουμε να δώσει λίγη σημασία στο παιχνίδι που παίζει με τα λεφτά μας μπας και τα πάει λίγο καλύτερα...