Ένα ακόμη νομοσχέδιο του ΥΠΕΣ έρχεται, εν μέσω Αυγούστου, με στόχο, όπως διακηρύσσεται, την αξιοκρατία στη Δημόσια Διοίκηση. Η προσεκτική ανάγνωση, όμως, αποκαλύπτει επτά κρίσιμα κενά, από το ασαφές βαθμολόγιο έως τις εξαιρέσεις που ενισχύουν την πολιτική διακριτική ευχέρεια, που απειλούν να ακυρώσουν στην πράξη τον ίδιο τον στόχο του.
Εν μέσω Αυγούστου, η κυβέρνηση επιλέγει να φέρει προς διαβούλευση ένα ακόμη νομοσχέδιο για το Δημόσιο, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, το σύστημα προαγωγών, το βαθμολόγιο, την επιλογή προϊσταμένων και την αναδιάρθρωση του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., κρίσιμες, δηλαδή, ρυθμίσεις για τη διοίκηση του ανθρώπινου δυναμικού της Δημόσιας Διοίκησης.
Παρότι η είδηση προβάλλεται στα μέσα ενημέρωσης ως μια «σαρωτική αλλαγή», μια πιο προσεκτική ανάγνωση του νομοσχεδίου φανερώνει σημαντικές εσωτερικές αντιφάσεις και σοβαρή αδυναμία εφαρμογής. Η βασική του στόχευση, που, όπως ισχυρίζεται το Υπουργείο Εσωτερικών, είναι ένα σύγχρονο, αξιοκρατικό σύστημα διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού είναι αποσπασματική και περισσότερο συμβολική, χωρίς να θεραπεύει τις αιτίες που υπονομεύουν σήμερα την αξιοκρατία. Τελικά, η αξιοκρατία παραμένει έννοια που όλοι επικαλούνται αλλά λίγοι υπηρετούν έμπρακτα, όταν αυτή απαιτεί περιορισμό της πολιτικής επιρροής και των πελατειακών μηχανισμών, με το Δημόσιο να εργαλειοποιείται για ακόμη μία φορά, όχι ως θεμέλιο του κράτους, αλλά ως μέσο πολιτικής σκοπιμότητας.
Οι διαπιστώσεις μας αυτές βασίζονται, κυρίως, στα ακόλουθα σημεία:
Πρώτον, το νέο βαθμολόγιο αλλάζει την ορολογία, αλλά όχι την ουσία. Στους βαθμούς προστίθενται περιγραφικοί τίτλοι που σχετίζονται με το επίπεδο εμπειρίας (π.χ. υπάλληλος μεσαίας εμπειρίας) και συνοδεύονται από αόριστες αναφορές σε δεξιότητες, συμπεριφορές και σε χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των δημοσίων υπαλλήλων, ενώ απουσιάζουν εγγυήσεις, μηχανισμοί ερμηνείας και εφαρμογής, μετρήσιμα κριτήρια, αξιολόγηση αποτελεσμάτων, σύνδεση με καθήκοντα και περιγράμματα θέσεων εργασίας.
Σημειώνεται ότι ο ισχύων Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων (άρθρο 83) προβλέπει ήδη κάποιες προϋποθέσεις, όπως αξιολόγηση, ικανότητες και απόδοση για την προαγωγή, που δεν εφαρμόστηκαν ποτέ. Η βαθμολογική εξέλιξη συνέχισε να γίνεται σχεδόν αποκλειστικά με βάση τα χρόνια υπηρεσίας. Τι θα διασφαλίσει τη μελλοντική εφαρμογή του δεν είναι σαφές στο νομοσχέδιο.
Δεύτερον, η αξιολόγηση παρουσιάζεται ως ο βασικός πυλώνας του νέου συστήματος. Πρόκειται, όμως, για ένα προβληματικό εργαλείο που δεν αποτυπώνει αντικειμενικά την πραγματική απόδοση των υπαλλήλων ούτε δίνει προτεραιότητα στη διαφάνεια, τη δικαιοσύνη, την καθοδήγηση και την ανάπτυξη. Αφήνει τεράστια περιθώρια αυθαιρεσίας και χειραγώγησης, ενώ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για την εξέλιξη των υπαλλήλων. Την ίδια ώρα, αποφασιστικές κρίσεις πραγματοποιούνται με τη χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς διαφάνεια και τις νόμιμες προϋποθέσεις. Η βάση του συστήματος, όμως, όχι μόνο δεν είναι αξιοκρατική, αλλά αυξάνει δραστικά το κίνητρο και τη δυνατότητα χρησιμοποίησης της αξιολόγησης για την «πριμοδότηση» υπαλλήλων, ανάλογα με τις επιδιώξεις και προτιμήσεις της διοικητικής ή πολιτικής ιεραρχίας, διαμορφώνοντας προκαταβολικά τους όρους του ανταγωνισμού.
Τρίτον, το ΑΣΕΠ, ένας απαραίτητος και αξιόπιστος θεσμικός εγγυητής της διαδικασίας, καλείται να σηκώσει ένα σημαντικό βάρος. Διαγωνισμοί για δεκάδες χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους, παράλληλα με τον εισαγωγικό διαγωνισμό της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και τις υπόλοιπες συνταγματικές του αρμοδιότητες. Κι όμως, στο νομοσχέδιο δεν υπάρχει ούτε μία πρόβλεψη για αύξηση της διοικητικής ικανότητας του ΑΣΕΠ, για την ενίσχυσή του, δηλαδή, με προσωπικό, πόρους ή οργανωτικά εργαλεία. Εισάγεται, επομένως, ένας νέος μηχανισμός, χωρίς να διασφαλίζονται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη λειτουργία του.
Τέταρτον, το νομοσχέδιο βρίθει αξιολογικών κρίσεων, ποιοτικών χαρακτηριστικών και γενικών διακηρύξεων, αλλά αποφεύγει να ορίσει τα κρίσιμα κριτήρια ή, έστω, κάποιες ελάχιστες προδιαγραφές, παραπέμποντας τα ουσιώδη σε μελλοντικές υπουργικές αποφάσεις. Εκτός από το ότι η Βουλή καλείται να ψηφίσει ένα πλαίσιο χωρίς να γνωρίζει πώς ακριβώς θα εφαρμοστεί και η σημασία της δημόσιας διαβούλευσης, στην πράξη, ακυρώνεται, ο υπουργός Εσωτερικών είναι εκείνος που θα εξειδικεύσει κατά το δοκούν ένα σωρό ζητήματα, καθορίζοντας, ουσιαστικά, την πρακτική εφαρμογή του νόμου.
Πέμπτον, ενώ η αξιοκρατία προβάλλεται ως αδιαπραγμάτευτη αρχή, το ίδιο το νομοσχέδιο προβλέπει πλήθος εξαιρέσεων, δυνατότητες παρέκκλισης και σημαντικών περιθωρίων διακριτικής ευχέρειας της πολιτικής ηγεσίας, όπως π.χ. η δυνατότητα διατήρησης ειδικών καθεστώτων ήδη στο άρθρο 3 και χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις ή περιορισμούς, και, ιδίως στη διαδικασία της επιλογής διευθυντών, η οποία γίνεται, τελικά, από τον Υπουργό ή το όργανο διοίκησης του φορέα (παρ. 2, άρθρο 18, βλ. και παρ.2 άρθρου 19 όπου η επιλογή γίνεται με βάση ελάχιστα κριτήρια). Με την πολιτική ηγεσία να έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, να εξαιρεί φορείς ή να παρεμβαίνει στους κανόνες, χωρίς σαφείς όρους και προϋποθέσεις, η αξιοκρατία κινδυνεύει να καταστεί απλώς άλλοθι του πολιτικού συστήματος νομιμοποιώντας την αναξιοκρατία και την αυθαιρεσία.
Έκτον, η πλήρης εφαρμογή του νέου συστήματος μετατίθεται για το 2029, ενώ οι μεταβατικές διατάξεις όχι μόνο διατηρούν, αλλά, σε κάποιες περιπτώσεις, όπως με την αυξημένη μοριοδότηση της εμπειρίας σε θέσεις ευθύνης ανεξαρτήτως αν αποκτήθηκαν μέσω αναπληρώσεων και αμφισβητούμενων διαδικασιών ή όχι, ενισχύουν το σημερινό σύστημα, το οποίο το ίδιο το Υπουργείο χαρακτηρίζει αναξιοκρατικό. Ενώ, δηλαδή, η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το ισχύον πλαίσιο είναι προβληματικό, επιλέγει να το διατηρήσει για ακόμη τέσσερα χρόνια καθώς και να πριμοδοτήσει αναξιοκρατικές, πελατειακές τοποθετήσεις προϊσταμένων αναπαράγοντας τις στρεβλώσεις που υποτίθεται θέλει να αντιμετωπίσει και δημιουργώντας ένα κυκλικό σύστημα μέσα στο οποίο η αξιοκρατία καθίσταται, τελικά, μια πολύ σχετική έννοια.
Έβδομον, η Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΣΔΔΑ) απομακρύνεται από την αποστολή της που δεν (θα έπρεπε) να είναι άλλη από τη δημιουργία ικανών επιτελικών και διοικητικών στελεχών για τον δημόσιο τομέα, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση του έντονου ελλείμματος ηγεσίας που υπάρχει, με άμεσες επιπτώσεις στην ποιότητα διοίκησης και στη συνολική απόδοση του ανθρώπινου δυναμικού. Κυριότερα, δεν ενισχύεται η αυτοτέλεια και η ακαδημαϊκή ταυτότητα της Σχολής ούτε διαμορφώνεται ένα σαφές πλαίσιο επαγγελματικής ταυτότητας και εξέλιξης για τους αποφοίτους. Παράλληλα, εισάγεται στοιχείο οιωνοί επιχειρηματικής δραστηριότητας (πώληση εκπαιδευτικών/επιμορφωτικών και άλλων υπηρεσιών σε ιδιώτες και φορείς εκτός δημοσίου τομέα) για το ΕΚΔΔΑ, αλλά και την ΕΣΔΔΑ, χωρίς εγγυήσεις ώστε να μην αλλοιωθεί ο δημόσιος χαρακτήρας της αποστολής του.
Τα παραπάνω είναι ενδεικτικά μόνο των ζητημάτων και των αδυναμιών του εν λόγω νομοσχεδίου, καταδεικνύουν όμως τη σημασία της σχεδίασης και της συνολικής αρχιτεκτονικής του συστήματος διοίκησης.
Η Δημόσια Διοίκηση έχει, πράγματι, ανάγκη ριζικών αλλαγών, ειδικά όσον αφορά στη διοίκηση του σημαντικότερου κεφαλαίου της, του ανθρώπινου δυναμικού. Η εφαρμογή της αξιοκρατίας είναι μια από τις σπουδαιότερες και αυτή που λείπει περισσότερο σήμερα με σοβαρές επιπτώσεις σε όλα τα πεδία δράσης του κράτους. Ούτε ο χρόνος ούτε ο τρόπος, όμως, με τον οποίο επιχειρούνται οι αλλαγές είναι σωστός, ίσως όχι τυχαία.
Το νομοσχέδιο θα πρέπει να αποσυρθεί και να επανεξεταστεί με όρους συνοχής δημόσιας πολιτικής, σε συνάρτηση με την αναγκαία ενίσχυση του ΑΣΕΠ, με ένα αντικειμενικό και αποτελεσματικό σύστημα αξιολόγησης και, εν γένει, αξιολογώντας και αναθεωρώντας το συνολικό θεσμικό πλαίσιο διοίκησης του ανθρώπινου δυναμικού. Έπειτα, να έλθει προς διαβούλευση με τους μηχανισμούς εφαρμογής και τα κρίσιμα κριτήρια ενσωματωμένα στον ίδιο τον νόμο και όχι σε αόριστες, απροσδιόριστες έννοιες και εξουσιοδοτήσεις.
Τότε, ίσως, η Δημόσια Διοίκηση και η αξιοκρατία να πάψουν να είναι πεδίο πολιτικής δόξης λαμπρό και να γίνουν θεμέλια της χρηστής διακυβέρνησης.


