Με αφορμή το πρόσφατο και πολύκροτο έγκλημα στα Βορίζια του Ηρακλείου Κρήτης, το οποίο σχεδόν μονοπωλεί τα ειδησεογραφικά πρακτορεία της χώρας και την κοινή γνώμη κρίνεται σκόπιμη μία ολιστική επιστημονική προσέγγιση.
Σε επίσημη ανακοίνωσή του ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη κ. Χρυσοχοΐδης - με αφορμή το θλιβερό περιστατικό - μίλησε για εγκληματικές ομάδες, για νταήδες, για ποντικούς που λεηλατούν τα κρατικά ταμεία και για ακρίδες των ταμείων του ΟΠΕΚΕΠΕ. Εν συνεχεία, κατά την παρουσίαση του σχεδίου για τον έλεγχο της εγκληματικότητας, εξήγγειλε την αναβάθμιση σε υποδιεύθυνση της ΔΑΟΕ (Διεύθυνση Αντιμετώπισης του Οργανωμένου Εγκλήματος) στην Κρήτη και μία νέα τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ) που στην ουσία αφορά την οπλοκατοχή και την οπλοχρησία, με την ανάλογη αυστηριοποίηση των ποινών και την πρόβλεψη επιβαρυντικών περιστάσεων.
Προς ενημέρωση της κοινής γνώμης, κρίνεται επιβεβλημένη, μία συνοπτική εγκληματολογική ανάλυση του οργανωμένου εγκλήματος και των εγκλημάτων των ελίτ.
Τι είναι το Οργανωμένο Έγκλημα (ΟΕ);
Η παγκόσμια κοινότητα μέσω μίας lato sensu προσέγγισης ερμήνευσε το ΟΕ ως ένα έγκλημα που έχει συστηματική και ομαδική δραστηριότητα, στρατολογεί έναν σημαντικό αριθμό πολιτών, λειτουργεί με ιεραρχική δομή και επιδιώκει συμπράξεις για την επίτευξη των σκοπών του.
Στο ίδιο μήκος κύματος έχουν διατυπωθεί και άλλες ερμηνείες όπως αυτή του Tilly (1985) που το εξισώνει με την «διοργάνωση πολέμου» και τη «δημιουργία κράτους», η Σταμούλη (2019) το προσεγγίζει βάσει της οργάνωσής του και χρησιμοποιώντας τη θεωρία της λογιστικής, προσομοιάζοντάς το με τη λειτουργία των νόμιμων επιχειρήσεων. Ως πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση δύναται να θεωρηθεί αυτή του Καλλίρη (2018), ο οποίος διακρίνει στις εγκληματικές οργανώσεις χαρακτηριστικά όπως η λειτουργία τους που αντιπροσωπεύεται από το ρητό «κράτη εν κράτει», η πολύπλοκη δομή τους, οι οργανωμένες ενέργειες τους, η παρόμοια λειτουργία με νόμιμου τύπου επιχειρήσεις και φυσικά ο συμβιωτικός χαρακτήρας που έχουν δημιουργήσει με τους ελίτ ένεκα της δυνατότητας να τους παρέχουν προστασία.
Στην ελληνική έννομη τάξη η συγκεκριμένη παράβαση τυποποιείται στο άρθρο 187ΠΚ, με τη σημείωση ότι διαχωρίζει τις εγκληματικές οργανώσεις από τις συμμορίες σύμφωνα με το στοιχείο του προσωποπαγούς ή πραγματοπαγούς χαρακτήρα τους, διάκριση στην οποία δεν είναι της παρούσης να αναφερθούμε περαιτέρω.
Ποια είναι τα εγκλήματα των Ελίτ;
Η πρώτη υποτυπώδης εμφάνισή τους γίνεται τη δεκαετία του 1940 από τον Σάδερλαντ με τη θεωρία του «λευκού περιλαιμίου», με τη θεωρία αυτή ξεπεράστηκε η θετικιστική εγκληματολογική αντίληψη που υπήρχε για το έγκλημα έως τότε, που ανέλυε το φαινόμενο με αταβιστικού τύπου ερμηνείες. Όπως εξηγεί η Βασιλαντωνόπουλου (2018) με τη διατύπωση αυτής της θεωρίας αποτέλεσαν παρελθόν οι ντετερμινιστικές αντιλήψεις για τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του εγκληματία και στράφηκαν στον εξουσιαστικό παράγοντα και την κατάχρησή του. Τα εγκλήματα αυτά τα διαπράττουν άτομα με υψηλό κοινωνικό στάτους που εμφανίζουν έντονα σημάδια παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς, η οποία αντιμετωπίζεται διαφορετικά από ότι το κοινό έγκλημα από τους θεσμικούς φορείς του τυπικού κοινωνικού ελέγχου. Θεμελιακό τους χαρακτηριστικό είναι η απουσία τους, ακόμα και στις μέρες μας, από το νομοθετικό πλαίσιο, αλλά και στις περιπτώσεις τις οποίες κάποια παρεκκλίνουσα συμπεριφορά εμπίπτει σε κάποιες διατάξεις, αυτή καλύπτεται από τον μανδύα της σκοτεινής εγκληματικότητας. Στο συγκεκριμένο σημείο πρέπει να διατυπωθεί η εγκληματολογική άποψη ότι το γεγονός ότι αυτές οι πράξεις δεν τυποποιούνται ποινικά δεν αίρει την εγκληματική τους υπόσταση, αλλά αντιθέτως αποκαλύπτει τη χειραγώγηση της δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τα παραπάνω επικράτησε η άποψη ότι τα εγκλήματα των ισχυρών δεν αποτελούν μια ειδική περίπτωση παρέκκλισης αλλά συνδέονται άμεσα με τις κοινωνικές δομές και την πολιτική ηγεσία των κρατών αψηφώντας και παρακάμπτοντας το νομικό πλαίσιο και το κράτος δικαίου.
Η υποβάθμιση της επιχειρηματικής διάστασης του οργανωμένου εγκλήματος και η διαιώνιση της άποψης ότι διακατέχεται από βίαιο χαρακτήρα και μόνο λειτουργεί αποπροσανατολιστικά στην προσπάθεια αντιμετώπισής του. Η διακριτική αντιμετώπιση της ποινικής δικαιοσύνης, όπως αναφέρει και η Βιδάλη (2017), σε αυτούς τους τύπους εγκλημάτων συμβάλλει στη διάπλαση μιας κοινωνικής απαξίωσης στα εγκλήματα των ισχυρών και μιας ανοχής στο οργανωμένο έγκλημα, ενώ κατ’ ουσία είναι δύσκολο να διακριθούν. Βασική προϋπόθεση είναι η ύπαρξη φαινομένων διαφθοράς από πλευράς κρατικών αξιωματούχων, μέσω της οποίας γίνεται εφικτό το ξέπλυμα μαύρου χρήματος και η επένδυσή τους στη νόμιμη οικονομία, που έχει ως αποτέλεσμα, όπως αναφέρουν οι Bezlov και Gounev (2012), τη νομιμοποίηση παράνομων προσόδων και την παροχή μιας αξιοσέβαστης κοινωνικής θέσης στα μέλη του οργανωμένου εγκλήματος.
Εν κατακλείδι, το οργανωμένο έγκλημα έχει επενδύσει στη δημιουργία σχέσεων διαφθοράς με την πολιτική ηγεσία και τους θεσμικούς φορείς τυπικού κοινωνικού ελέγχου των κρατών. Στην περίπτωση των Βοριζίων, σύμφωνα με τα λεγόμενα του υπουργού, τα δεδομένα έχουν ως εξής: πρόκειται για οργανωμένο έγκλημα και για το λόγο αυτό ανέλαβε η ΔΑΟΕ και δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό πυροβολισμών, εξου και η αναφορά σε εγκληματικές ομάδες και ακρίδες των ταμείων του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Πάραυτα παρατηρούμε την αντιμετώπιση του ζητήματος με μια πεπαλαιωμένη και μονοδιάστατη μέθοδο, αυτή της καταστολής. Δυστυχώς, όμως, η ιστορία έχει δείξει ότι τα αποτελέσματα τέτοιων μεθόδων είναι βραχυπρόθεσμα και εστιάζουν σε δευτερεύοντα θέματα του φαινομένου -υπενθυμίζω την ανάλογη περίπτωση τα Ζωνιανά του 2007 με μηδενικά αποτελέσματα. Σε αυτό συμβάλλει η αγνόηση των επιστημονικών απόψεων στα ζητήματα δημόσιων πολιτικών αντεγκληματικής πολιτικής, για παράδειγμα όπως αναφέρει ο Young (2001) μία ολιστική λύση θα έπρεπε να εμπεριέχει την κοινωνική πρόληψη του εγκλήματος δίνοντας έμφαση στα κοινωνικά αίτια μέσω της αποτροπής πριν τελεστούν οι εγκληματικές πράξεις.
Σύμφωνα με την άποψη του γράφοντος, στην περίπτωση των Βοριζίων, θεωρείται δεδομένη η πολιτική εμπλοκή όπως δεδομένη είναι και η ατιμωρησία του συνόλου των εμπλεκόμενων. Μήπως τελικά ήρθε η ώρα η επιστήμη να αφουγκραστεί την κοινωνία και να προστατεύσει την δημοκρατία ενώνοντας στο ίδιο τραπέζι ποινικολόγους, συνταγματολόγους και εγκληματολόγους ώστε να συζητηθεί η ποινικοποίηση των εγκλημάτων των ισχυρών;


