Η κυβερνητική εξαγγελία για την επέκταση του θεσμού των «πιστοποιημένων επαγγελματιών παροχής υπηρεσιών» παρουσιάζεται ως μεταρρύθμιση που θα επιταχύνει τις διαδικασίες και θα μειώσει τη γραφειοκρατία.
Στην πραγματικότητα, η κυβερνητική πολιτική απέναντι στη δημόσια διοίκηση, που δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε αποσπασματική, αποτυπώνει μια σταθερή ιδεολογική εμμονή με τη συρρίκνωση του κράτους και τη μεταφορά βασικών λειτουργιών στην αγορά. Δεν αφορά, σε καμμία περίπτωση, εκσυγχρονισμό με όρους διοικητικής ικανότητας και αποτελεσματικότητας, αλλά συνειδητή στρατηγική για το αντίθετο.
Όσοι, σήμερα, επικροτούν τη «γρήγορη εξυπηρέτηση» μέσω πιστοποιημένων επαγγελματιών, φαίνεται να αγνοούν ότι χτίζεται ένα σύστημα όπου οι αυτονόητες υπηρεσίες που παρέχει το δημόσιο δωρεάν, μετατρέπονται σε προϊόντα, οι ίδιοι σε πελάτες-λήπτες υπηρεσιών και το κράτος σε μεσάζοντα.
Και γελιούνται, αν νομίζουν ότι η πολιτική αυτή οδηγεί σε καλύτερο κράτος. Οδηγεί σε μικρότερο, πιο αδύναμο και πιο εξαρτημένο κράτος. Ένα κράτος που δεν υπηρετεί τους πολίτες, αλλά τους ωθεί στην αγορά για να καλύψουν βασικές ανάγκες, υποχρεώσεις και δικαιώματα.
Πρόκειται για μια μορφή έμμεσης ιδιωτικοποίησης, χωρίς το σχετικό πολιτικό κόστος.
Η πρακτική αυτή, όμως, δημιουργεί ένα σύστημα δύο ταχυτήτων, όπου ο πολίτης με οικονομική δυνατότητα απευθύνεται σε πιστοποιημένο επαγγελματία και εξυπηρετείται γρήγορα, ενώ ο πολίτης χωρίς πόρους παραμένει εγκλωβισμένος σε υποστελεχωμένες υπηρεσίες. Το ίδιο μοντέλο το ζούμε στην υγεία, όπου η αποδυνάμωση του δημόσιου συστήματος, υποχρεώνει τον πολίτη στην «επιλογή» της ακριβής ιδιωτικής λύσης.
Το ίδιο το Δημόσιο αναπαράγει τη μεροληψία και την άνιση μεταχείριση των πολιτών. Εκεί που, με μεγάλες δυσκολίες και προσπάθειες δεκαετιών διαμορφώθηκε ένα πιο αξιόπιστο και πιο ορθολογικό Δημόσιο και άλλαξε, έστω μερικώς, η διοικητική νοοτροπία, επανέρχονται σήμερα - ενισχυμένες και θεσμοθετημένες- πρακτικές που θεωρούσαμε ότι είχαν οριστικά ξεπεραστεί.
Δημιουργεί, επιπλέον, ένα σύστημα στο οποίο είναι αδύνατος ο έλεγχος και ακυρώνονται στην πράξη η λογοδοσία, η απόδοση ευθυνών, οι συνέπειες.
Η Ελλάδα παραμένει ένα κράτος με ανεπαρκείς ελεγκτικούς μηχανισμούς, περιορισμένες επιθεωρήσεις, αδύναμες κυρώσεις, υψηλή ανοχή σε παρατυπίες, διαφθορά σε υψηλά επίπεδα και με τον πελατειασμό στον πυρήνα της λειτουργίας του.
Σήμερα, το κράτος δυσκολεύεται να ελέγξει ακόμη και τις δικές του υπηρεσίες. Πώς θα ελέγξει χιλιάδες εξωτερικούς συνεργάτες; Σε ποιον θα λογοδοτούν; Όταν ο μηχανικός εκδίδει άδεια με δική του ευθύνη, ποιος τον ελέγχει ουσιαστικά; Πότε και με ποια συχνότητα γίνεται ο έλεγχος; Και με ποιες πραγματικές συνέπειες-κυρώσεις; Ποιος και πότε τις επιβάλλει; Ανατρέπεται τυχόν ζημιά στο δημόσιο συμφέρον; Μπορεί ο θιγόμενος πολίτης να βρει το δίκιο του; Με ποιον θα πρέπει να τα βάλει;
Σε αυτό το περιβάλλον, η εκχώρηση δημόσιας εξουσίας σε ιδιώτες – γιατί περί αυτού πρόκειται - με τόσες νομικές, περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες είναι θεσμικά επικίνδυνη.
Η κυβέρνηση επιλέγει να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της βελτίωσης, της μεταρρύθμισης, της αξιοπιστίας και της ταχύτητας. Στην πράξη αποδυναμώνει ένα ήδη απισχνασμένο κράτος, που χάνει σταθερά ολοένα και περισσότερη τεχνογνωσία, εμπειρία και επιχειρησιακή ικανότητα και αυτονομία, επιλέγοντας τη λύση της εξάρτησης από επαγγελματικά δίκτυα που κατοχυρώνουν το προνόμιο πρόσβασης στη διοίκηση, σε δημόσιο χρήμα, σε έναν τεράστιο όγκο (προσωπικών) δεδομένων, σε δίκτυα και επιρροή.
Πρόκειται για αποφάσεις με βαριά και δυσκόλως αναστρέψιμα αποτελέσματα.
Αντ’ αυτών, μπορεί να αποφασίσει να επενδύσει σε δομικές βελτιώσεις, όπως η απλοποίηση διαδικασιών, η επαγγελματοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, η επαρκής στελέχωση, η αξιόπιστη και συνεχιζόμενη εκπαίδευση, η καλή νομοθέτηση.
Αυτές οι παρεμβάσεις θα συγκροτούσαν τον πυρήνα μιας σοβαρής και βιώσιμης διοικητικής μεταρρύθμισης, αν ένα ισχυρό, αξιόπιστο και ικανό κράτος, είναι το κράτος που θέλουμε.



