Σύμφωνα με τα αποτελέσματα πρόσφατης δημοσκόπησης το 76,3% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι επιθυμεί την άρση μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Η κυβέρνηση αποφάσισε να θέσει, λοιπόν, το ζήτημα της άρσης της μονιμότητας στο δημόσιο διάλογο, λόγω της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης. Ευθύνεται όμως η μονιμότητα για την αναποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα;
Η αρχή της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων κατοχυρώθηκε για πρώτη φορά στο Σύνταγμα του 1911 και ειδικότερα στο άρθρο 102. Διατηρείται δε ακόμη και σήμερα, σχεδόν αναλλοίωτη ως προς το περιεχόμενο της, στο άρθρο 103 του Συντάγματος. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επιθυμούσε να προστατεύσει τους δημόσιους υπαλλήλους, οι οποίοι μέχρι τότε διορίζονταν και απολύονταν σύμφωνα με τις πολιτικές προτιμήσεις τους και όχι σύμφωνα με τις ικανότητες που διέθεταν. Επιπρόσθετα, μέσω της μονιμότητας θα εξασφάλιζε τη συνέχεια του κρατικού μηχανισμού.
Στο άρθρο 103 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν τον Λαό». Με αυτή τη διάταξη ο συντακτικός νομοθέτης θέλησε να τονίσει τη θέση των δημοσίων υπαλλήλων ως μέρος της εκτελεστικής εξουσίας, που εξυπηρετούν τα συμφέροντα του Λαού. Αντ’ αυτού, τα τελευταία χρόνια, γινόμαστε μάρτυρες μιας δημόσιας διοίκησης που αντί να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Λαού, γίνεται «επικίνδυνη» για την ζωή του, όπως και για την περιουσία του.
Και για τούτο δεν ευθύνεται η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά η έλλειψη οργάνωσης και συνεργασίας των φορέων του δημοσίου τομέα, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων, σε συνδυασμό με τις πελατειακές σχέσεις μεταξύ πολιτικών κομμάτων και κοινωνίας των πολιτών, που ταλανίζουν το κράτος. Απόρροια των ανωτέρω είναι να καταλαμβάνουν θέσεις άνθρωποι δίχως τα απαιτούμενα προσόντα.
Ο δημόσιος τομέας, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία αποτελείται από 546.782 υπαλλήλους που υπηρετούν ως τακτικό προσωπικό και 151.214 υπαλλήλους που αφορούν έκτακτο προσωπικό. Σύνολο, δηλαδή, 697.996 δημόσιοι υπάλληλοι.
Οι έκτακτοι υπάλληλοι διορίζονται για συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και σκοπό, όπως π.χ. κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19, συνεχίζουν όμως να ανανεώνονται οι συμβάσεις τους ακόμη και σήμερα, έστω και αν δεν υφίσταται πλέον πραγματική ανάγκη, διότι η εκάστοτε Κυβέρνηση φοβάται το πολιτικό κόστος που θα επιφέρει η απόλυση των εν λόγω υπαλλήλων. Δημιουργείται έτσι, ανορθολογικότητα και δυσαρμονία στην λειτουργία του εκάστοτε φορέα, αλλά και επιπλέον έξοδα που βαρύνουν τους φορολογουμένους.
Επιπλέον, όσον αφορά τις διαδικασίες πρόσληψης αλλά και εξέλιξης των δημοσίων υπαλλήλων θα πρέπει να γίνονται όλες με διαγωνισμούς οι οποίοι θα χωρίζονται σε δύο μέρη α) γραπτό διαγωνισμό ανάλογο με τα τυπικά προσόντα και β) συνέντευξη. Ο συγκεκριμένος διαγωνισμός θα πρέπει να τηρεί την αρχή της διαφάνειας. Δηλαδή, να δημοσιεύονται όλες οι ερωτήσεις και απαντήσεις του γραπτού διαγωνισμού σε επίσημη ιστοσελίδα, ενώ η διαδικασία της συνέντευξης, πρέπει να απομαγνητοφωνείται και να καταγράφεται αυτούσια στα πρακτικά. Επίσης, η συνέντευξη δεν δύναται να μοριοδοτείται δυσανάλογα με τον γραπτό διαγωνισμό και τα τυπικά προσόντα του υποψηφίου, αφήνοντας περιθώρια σε αυτούς που είναι τελευταίοι στην κατάταξη να βρίσκονται ξαφνικά πρώτοι μετά τη διαδικασία της συνέντευξης και να καταλαμβάνουν τη θέση.
Το 1950 ο Κ. Βαρβαρέσος στην έκθεση του ως εμπειρογνώμονάς της Δημόσιας Διοίκησης αναφέρει, ότι θα πρέπει όλοι οι δημόσιοι οργανισμοί να εξετασθούν από αμερόληπτη Επιτροπή και να ερευνηθεί αν ανταποκρίνονται στους σκοπούς και τις ανάγκες των υπηρεσιών αυτών από άποψη σύνθεσης, αριθμού προσωπικού και τρόπου λειτουργίας.
Έπειτα, το Κράτος έχει την υποχρέωση να εξασφαλίσει τα μέσα και λογικές αμοιβές για την υπηρεσία τους, σε αυτούς που θα διατηρηθούν στις δημόσιες υπηρεσίες από αμερόληπτο Σώμα.
Η παραπάνω μεταρρύθμιση είναι μία μόνο από τις ήδη γνωστές, που επιβάλλεται να πραγματοποιηθεί, ώστε να εξυγιανθεί ο δημόσιος τομέας. Αρκεί να συνειδητοποιήσουν τα πολιτικά κόμματα πως οι δημόσιοι οργανισμοί υπάρχουν για να εξυπηρετούν τον Λαό, και όχι τα δικά τους μικροσυμφέροντα. Όταν αυτό συμβεί, θα απομακρυνθούν οι ακατάλληλοι δημόσιοι υπάλληλοι, και θα εκμηδενιστούν οι πολιτικές παρεμβάσεις.
Ο ελληνικός λαός αισθάνεται βαθύτατη δυσφορία για την κατάσταση στη Δημόσια Διοίκηση, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ζητάει από τους πολιτικούς να αποκαταστήσουν την εύρυθμη λειτουργία της.
Κοντολογίς, υπάρχουν ικανότατα δημόσια στελέχη που μπορούν να βελτιώσουν την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα των δημοσίων υπηρεσιών, αρκεί να λειτουργούν σύμφωνα με τις αρχές της διοικητικής επιστήμης, και ανενόχλητοι από πολιτικές παρεμβάσεις. Πρώτα απ’ όλα, όμως, πρέπει να υπάρξει πολιτική βούληση. Όπως έχει πει και ο Κ. Τσουκαλάς, «περιμένω, επιμένω, παραμένω και προσμένω».


