Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης λειτουργεί, εδώ και δεκαετίες, ως θεσμοθετημένο βήμα εξαγγελίας προθέσεων και υποσχέσεων. Οι ομιλίες των πολιτικών αρχηγών δεν αποτελούν μόνο ευκαιρία να παρουσιαστούν προγράμματα και μέτρα· συνιστούν και έναν καθρέφτη της σχέσης που κάθε πολιτική δύναμη επιθυμεί να καλλιεργήσει ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία. Η φετινή ΔΕΘ δεν αποτέλεσε εξαίρεση.
Η σχέση κράτους και κοινωνίας στην Ελλάδα παραμένει αμφίσημη. Θεωρητικά, το κράτος εκφράζει τη συλλογική βούληση και εγγυάται δικαιώματα και ισονομία. Η κοινωνία, από την πλευρά της, δίνει νόημα και ζωντάνια σε αυτούς τους θεσμούς. Στην πράξη, όμως, οι δύο πλευρές σπάνια συναντώνται. Αντί για συνεργασία, κυριαρχούν η καχυποψία, η απόσταση και η απαξίωση.
Το κράτος, αντί να υπηρετεί τον πολίτη, έχει μετατραπεί σε μηχανισμό βαρύ, αδιαφανή και αναποτελεσματικό. Οι πολίτες, κουρασμένοι από επαναλαμβανόμενες υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, κατέστησαν τη δυσπιστία μόνιμο καταφύγιο. Η εμπιστοσύνη, θεμέλιο κάθε πολιτικής κοινότητας, έχει διαρραγεί. Δεν πρόκειται για αφηρημένη θεωρία, αλλά για καθημερινή εμπειρία: από την αναμονή στα νοσοκομεία έως την αβεβαιότητα της δικαιοσύνης.
Οι παθογένειες είναι γνωστές. Οι πελατειακές σχέσεις, η απουσία αξιοκρατίας, η σπατάλη και η ατιμωρησία συνιστούν το μόνιμο υπόβαθρο ενός συστήματος που αντιστέκεται στις μεταρρυθμίσεις. Παράλληλα, η κοινωνία συχνά βολεύεται στην παράκαμψη των κανόνων, νομιμοποιώντας αυτό που επισήμως καταγγέλλει. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος συνενοχής, ο οποίος καθηλώνει το πολιτικό και διοικητικό μας οικοδόμημα. Η ανανέωση της σχέσης κράτους και κοινωνίας δεν είναι απλώς ζητούμενο· είναι προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα της δημοκρατίας.
Ακούγοντας τις ομιλίες των πολιτικών αρχηγών, διαπιστώνει κανείς μια κοινή αφετηρία: το ελληνικό κράτος δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πολιτών. Η γραφειοκρατία, η καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης, οι αδυναμίες στην υγεία και την εκπαίδευση συνθέτουν την εικόνα ενός κράτους που περισσότερο εμποδίζει παρά διευκολύνει. Σε αυτή την παραδοχή συγκλίνουν όλοι, αν και οι προτεινόμενες διαδρομές παραμένουν διαφορετικές.
Η κοινωνία, ωστόσο, δεν χρειάζεται νέες υποσχέσεις. Χρειάζεται ένα κράτος που λειτουργεί με κανόνες, με διαφάνεια και με λογοδοσία. Ελάχιστα ειπώθηκαν για την ποιότητα της δημόσιας διοίκησης, για την ανάγκη αξιολόγησης των πολιτικών ή για τη συγκρότηση μηχανισμών που θα αποτρέπουν την αναπαραγωγή των ίδιων παθογενειών. Χωρίς αυτές τις θεσμικές παρεμβάσεις, οι εξαγγελίες παραμένουν κενά σχήματα λόγου.
Αν κάτι αποκόμισα, είναι η ανάγκη να αλλάξει το ερώτημα. Όχι «τι θα δώσει το κράτος στην κοινωνία», αλλά «πώς θα συγκροτηθεί ένα κράτος που ανήκει στην κοινωνία». Μόνο τότε η σχέση τους θα πάψει να είναι σχέση εξάρτησης και θα μετατραπεί σε σχέση εμπιστοσύνης.
Το στοίχημα είναι υπαρξιακό: είτε θα επανιδρύσουμε τη σχέση κράτους και κοινωνίας πάνω σε αρχές ειλικρίνειας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, είτε θα παραμείνουμε δέσμιοι μιας σχέσης που παράγει δυσπιστία και ακινησία. Η επιλογή, όπως πάντα, ανήκει και στους δύο.


