Εδώ και πέντε χρόνια επαναλαμβάνουμε, μονότονα, την αναγκαιότητα να υπάρξει ένα αποτελεσματικό σύστημα πρόληψης των φυσικών καταστροφών με έμφαση στις δασικές πυρκαγιές.
Μάλιστα, επανερχόμαστε στην ίδια παραίνεση προς την Πολιτεία, μετά από κάθε μεγαλύτερη ή μικρότερη φυσική καταστροφή, αφού όλοι οι εμπειρογνώμονες τονίζουμε ότι πολλά από τα αρνητικά αποτελέσματα των καταστροφών θα είχαν μετριαστεί ή δεν θα είχαν καν παραχθεί, εάν λειτουργούσε ένα αποτελεσματικό σύστημα πρόληψής τους.
Την πεποίθηση αυτή ενστερνίστηκε και ο νομοθέτης (ν. 4662/20), αφού όρισε ως κεντρική δομή του συστήματος πρόληψης τα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Κέντρα Πολιτικής Προστασίας (ΠΕΚΕΠΠ). Στο άρθρο 17 εκείνου του νόμου ρυθμίστηκε η σύσταση και οι αρμοδιότητες των 13 Π.Ε.ΚΕ.Π.Π. -ένα (1) σε κάθε Περιφέρεια - που θα λειτουργούσαν επί εικοσιτετραώρου βάσεως, με αντικείμενο:
«α. τον συντονισμό, σχεδιασμό, εποπτεία, οργάνωση και υλοποίηση των δράσεων αντιμετώπισης και παροχής οργανωμένης υποστήριξης στον αρμόδιο φορέα διαχείρισης και αντιμετώπισης των καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και των συνεπειών τους, στο πλαίσιο της τοπικής τους αρμοδιότητας,
β. τη συλλογή, επεξεργασία και διαβίβαση πληροφοριών που αφορούν σε εν εξελίξει συμβάντα ή επικείμενη κατάσταση έκτακτης ανάγκης, για την ορθή εκτίμηση της κατάστασης και λήψη απόφασης από τα, κατά περίπτωση, αρμόδια όργανα».
Κι ενώ, όσον αφορά τις εξαγγελίες, η ευκολία του Έλληνα νομοθέτη είναι παροιμιώδης, μόλις τα πράγματα φθάνουν στην εφαρμογή και στις πραγματικές συνθήκες, τότε αποκαλύπτεται το πραγματικό έλλειμμα της νομοθέτησης. Η εκτίμηση των επιπτώσεων που πρέπει να συνοδεύει κάθε νομοθετική ρύθμιση είναι εξαιρετικά πτωχή και, στις περισσότερες των περιπτώσεων, έχει μηδενική προστιθέμενη αξία. Αυτό συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση. Πέραν της εξαγγελίας δημιουργίας των ΠΕΚΕΠΠ δεν υπήρξε καμία έρευνα των δυσκολιών, των ευκαιριών ή των διακινδυνεύσεων με τις οποίες σχετιζόταν η εφαρμογή τους.
Υπήρχαν πολλές ενδείξεις ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε, αφού όχι μόνον δεν είχε προηγηθεί καμία εκτίμηση του κόστους και των πραγματικών δυνατοτήτων να δημιουργηθούν τα ΠΕΚΕΠΠ, αλλά και επειδή η (κατά πάγια νομοθετική πρακτική) ευρεία εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό να ρυθμίσει κατά το δοκούν οτιδήποτε χρειαζόταν ρύθμιση, και ειδικότερα, «κάθε θέμα συναφές με τη στέγασή τους και να οριστεί ο χρόνος έναρξης της επιχειρησιακής λειτουργίας τους, καθώς επίσης και θέματα στελέχωσης και οργάνωσης των Π.Ε.ΚΕ.Π.Π.», συνέχισε να παραμένει, μετά από τρία χρόνια, ανενεργή.
Η μοναδική δραστηριότητα που αναλήφθηκε για την εφαρμογή της ρύθμισης, ήταν η ένταξη ενός έργου με τον ομώνυμο τίτλο στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, όμως, η είδηση, πριν από ένα χρόνο, ότι οι κοινοτικές αρχές έκρουσαν τον κώδωνα της απένταξης του έργου στις ελληνικές αρχές, καθότι δεν υπήρχε κινητικότητα ως προς τα προαπαιτούμενα υλοποίησης του έργου. Συγκεκριμένα, αφού οι κοινοτικές αρχές συμφώνησαν στο χρονοδιάγραμμα του έργου και στην πλήρη χρηματοδότηση των 13 ΠΕΚΕΠΠ, η ελληνική πλευρά αντιλήφθηκε, λίγο πριν την εκπνοή της προθεσμίας, ότι υπήρχε πρόβλημα με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των οικοπέδων στα οποία θα χτίζονταν οι νέες υπηρεσίες. Κατά την πεπατημένη, ζητήθηκε μια τελευταία προθεσμία, η οποία και δόθηκε.
Έναν χρόνο μετά, πριν από λίγες εβδομάδες, το έργο, εν τέλει, απεντάχθηκε. Η κυβέρνηση προσπαθώντας να διατηρήσει ένα φύλλο συκής το ενέταξε στο πρόγραμμα των δημοσίων επενδύσεων παραπέμποντάς το σ’ ένα πολύ μακρινό κι αόριστο μέλλον.
Δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε και η τελευταία φορά που χάνουμε πολύτιμους πόρους. Εδώ, όμως, πρόκειται για την εξαιρετικά σημαντική πολιτική της διαχείρισης των κρίσεων και των καταστροφών, όπου οι συνέπειες της μη έγκαιρης αντιμετώπισής τους, είναι οδυνηρές.
Κατά συνέπεια, οι έχοντες την πολιτική και διοικητική ευθύνη του τομέα της Πολιτικής Προστασίας θα πρέπει να απολογηθούν όχι μόνο για την απώλεια των πόρων και την χαμένη ευκαιρία δημιουργίας ενός αξιόπιστου μηχανισμού πρόληψης των καταστροφών αλλά και για την αδιέξοδη, πλην εξαιρετικά δαπανηρή, πολιτική ενίσχυσης των μέσων καταστολής.