Η συστηματική κάλυψη δικαστικών οφειλών των ΟΤΑ από κεντρικούς πόρους μετατρέπει το έκτακτο σε κανονικότητα και προβλέψιμη διοικητική ρουτίνα. Το ερώτημα είναι αν το σύστημα έχει αποδεχθεί τις δικαστικές καταδίκες και τις αστοχίες ως διαχειρίσιμη σταθερά και ποιο είναι το θεσμικό κόστος για τη λογοδοσία και την αυτοτέλεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Κάθε χρόνο, το Υπουργείο Εσωτερικών εκδίδει αποφάσεις για την επιχορήγηση δήμων και περιφερειών προκειμένου να εξοφλήσουν απλήρωτες υποχρεώσεις που έχουν καταστεί τελεσίδικες μέσω δικαστικών αποφάσεων. Το 2026, το σχετικό πρόγραμμα ανέρχεται σε 50 εκατ. ευρώ (YA 3067/20.01.2026). Πρόκειται για δαπάνες που, θεωρητικά, θα έπρεπε να έχουν προβλεφθεί, προγραμματιστεί και καλυφθεί από τους ίδιους τους φορείς, αφού αφορούν σε προμήθειες, υπηρεσίες και έργα.
Πρόκειται για έναν θεσμοθετημένο μηχανισμό απορρόφησης συνεπειών; Με άλλα λόγια, το σύστημα έχει ενσωματώσει την αδυναμία ως κανονικό στοιχείο λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης;
Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι οφειλές δεν προκύπτουν επειδή δεν υπήρχαν χρήματα, αλλά λόγω του ότι δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες και οι ουσιώδεις τύποι που επιβάλλει το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων και της δημοσιονομικής διαχείρισης. Λανθασμένες αναθέσεις, ελλιπής ή πλημμελής τεκμηρίωση, παραβίαση ουσιωδών τύπων και διαδικαστικών εγγυήσεων, καθώς και νομικά ελαττώματα στη σύνταξη και εκτέλεση των συμβάσεων, οδηγούν σε ακυρώσεις πράξεων, προσφυγές και τελικά σε δικαστικές καταδίκες των ΟΤΑ, με αποτέλεσμα το αρχικό οικονομικό αντικείμενο να επιβαρύνεται με τόκους, δικαστικά έξοδα και αυξημένο διοικητικό κόστος.
Η κανονικότητα της «έκτακτης» κρατικής παρέμβασης για την πληρωμή τέτοιων υποχρεώσεων αποδεικνύει, μάλιστα, ότι δεν μιλάμε για συγκυριακή δυσλειτουργία, αλλά για διαρθρωτική αδυναμία στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται, υλοποιούνται και ελέγχονται οι δαπάνες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Με άλλα λόγια, έχει δημιουργηθεί ένας μηχανισμός απορρόφησης των αποτυχιών, που δεν αφορά αναπτυξιακές παρεμβάσεις ή κοινωνικές ανάγκες, αλλά την αποπληρωμή λαθών.
Η πρακτική αυτή παράγει ένα επικίνδυνο μήνυμα. Υπονοεί ότι η κακή διοίκηση δεν έχει ουσιαστικό κόστος για τον φορέα που την ασκεί, αφού οι συνέπειες μιας λανθασμένης διαδικασίας καλύπτονται, τελικά, από ειδικό λογαριασμό και κρατική επιχορήγηση. Έτσι, όμως, "επιβραβεύονται" οι ασυνεπείς ΟΤΑ και περιορίζεται, προφανώς, το κίνητρο για βελτίωση του φορέα. Συνεπώς, το ζήτημα ξεπερνά τα δημόσια οικονομικά και αφορά στην ποιότητα της δημοκρατικής διακυβέρνησης σε τοπικό επίπεδο.
Η επαναλαμβανόμενη κάλυψη δικαστικών υποχρεώσεων από κεντρικούς πόρους δημιουργεί συνθήκες ηθικού κινδύνου, καθώς, όταν ο φορέας δεν επιβαρύνεται άμεσα με το πλήρες κόστος των διοικητικών αστοχιών του, μειώνεται το κίνητρο για προληπτική βελτίωση διαδικασιών και εσωτερικού ελέγχου.
Εντωμεταξύ, πουθενά στην απόφαση δεν προβλέπεται υποχρέωση των ΟΤΑ να αναλύσουν τις αιτίες των καταδικαστικών αποφάσεων, ούτε υποβολή σχεδίου βελτίωσης. Έτσι, η κρατική παρέμβαση περιορίζεται στη χρηματοδότηση της αστοχίας και όχι στη διόρθωσή της, και μια ευκαιρία τα λάθη να μετατραπούν σε γνώση χάνεται οριστικά. Καταλήγει σε μια ισοπεδωτική αντιμετώπιση που ακυρώνει κάθε έννοια διοικητικής λογοδοσίας και κινήτρου για χρηστή διοίκηση και συνέπεια.
Σε ένα σύγχρονο διοικητικό σύστημα, τέτοιες αποφάσεις θα έπρεπε να συνοδεύονται από όρους και λογοδοσία. Όταν ένας δήμος εμφανίζει μεγάλες δικαστικές εκκρεμότητες, πρέπει να ενεργοποιούνται μηχανισμοί αξιολόγησης και διοικητικής υποστήριξης. Όχι τιμωρητικά, αλλά διορθωτικά.
Αν η πολιτεία θέλει πραγματικά να διευκολύνει τους ΟΤΑ, δεν αρκεί να διαθέτει κάθε χρόνο κονδύλια αποπληρωμής. Χρειάζεται να επενδύσει προληπτικά στη διοικητική ικανότητα των ΟΤΑ. Αυτό σημαίνει, πρώτον, συστηματική επιμόρφωση σε θέματα δημοσίων συμβάσεων και δημοσιονομικού δικαίου. Δεύτερον, ενίσχυση των οικονομικών υπηρεσιών με εξειδικευμένο προσωπικό. Τρίτον, ουσιαστική λειτουργία του εσωτερικού ελέγχου. Τέταρτον, περιορισμό των εξωτερικών αναθέσεων για κρίσιμες διοικητικές λειτουργίες. Πέμπτον, διαφάνεια στα στοιχεία για το ύψος και τα αίτια των δικαστικών οφειλών.
Η τακτική, όμως, των έκτακτων επιχορηγήσεων βολεύει την κεντρική διοίκηση, καθώς συντηρεί έναν μηχανισμό πολιτικής ομηρίας. Αντί το ΥΠΕΣ να επιστρέψει στους πόρους που προβλέπει ο Καλλικράτης, προτιμά να μοιράζει έκτακτα «δωράκια» και να εμφανίζεται ως σωτήρας την ίδια στιγμή που στερεί από την Αυτοδιοίκηση τη σταθερή χρηματοδότηση.
Οι εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης και η ΚΕΔΕ επαναλαμβάνουν διαρκώς το αίτημα για περισσότερους πόρους. Σε κάθε συζήτηση για τον κρατικό προϋπολογισμό, σε κάθε θεσμική διαβούλευση, σε κάθε δημόσια παρέμβαση, το βασικό αίτημα παραμένει το ίδιο: τα χρήματα δεν επαρκούν για τις αρμοδιότητες που έχουν αναλάβει οι δήμοι.
Στην πραγματικότητα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια άτυπη συναλλαγή που ακυρώνει την αυτοτέλεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς η οικονομική επιβίωση των ΟΤΑ παύει να εξαρτάται από τη χρηστή διοίκηση και μετατρέπεται σε ζήτημα πολιτικής διαπραγμάτευσης με την κεντρική εξουσία.
Αυτό που απουσιάζει, όμως, συστηματικά, είναι η άλλη πλευρά της συζήτησης, η οποία θα έπρεπε να περιλαμβάνει οργανωμένη αυτοκριτική, αυτογνωσία και εσωτερική πίεση για αλλαγή. Μια σοβαρή και δημόσια συζήτηση για το πώς διαχειρίζονται οι δήμοι και οι περιφέρειες τους πόρους που ήδη διαθέτουν. Σε μια υγιή δημοκρατία, αυτή η συζήτηση θα περιλάμβανε τη συστηματική δημοσιοποίηση στοιχείων για τις οικονομικές οφειλές, την ανάλυση των αιτιών που οδηγούν στην κατάληξη στα δικαστήρια, την αποτίμηση των διοικητικών πρακτικών και της ενδεχόμενης κακοδιοίκησης, καθώς και μηχανισμούς λογοδοσίας και απόδοσης ευθυνών για τις αστοχίες που παράγουν επαναλαμβανόμενο δημοσιονομικό και διοικητικό κόστος. Πρόκειται για ζητήματα που δεν εντάσσονται ποτέ στη θεσμική ατζέντα της ΚΕΔΕ. Η συζήτηση παραμένει μονομερής: περισσότερα χρήματα, χωρίς περισσότερη ευθύνη.
Και όσο η αυτοκριτική απουσιάζει από τον θεσμικό λόγο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι έκτακτες επιχορηγήσεις θα συνεχίσουν να λειτουργούν ως σιωπηλή επιβεβαίωση μιας κανονικοποιημένης κακοδιοίκησης και ως ένας πελατειακός μηχανισμός, οδηγώντας στο εύλογο ερώτημα: Τι θα γινόταν, άραγε, αν οι ΟΤΑ ήταν πραγματικά αυτόνομοι όπως θα έπρεπε;


