Η Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης είναι ένας θεσμός που γεννήθηκε από ένα φιλόδοξο όραμα διοικητικού εκσυγχρονισμού, αλλά στη διαδρομή του γνώρισε φθορά και απομακρύνθηκε από την αρχική του αποστολή. Με αφορμή τις σχεδιαζόμενες αλλαγές, ο Παναγιώτης Καρκατσούλης αναστοχάζεται την πορεία και το σημερινό αποτύπωμα της Σχολής και υπογραμμίζει την ανάγκη η δημόσια συζήτηση να εστιάσει στο πραγματικό ζητούμενο: τη λειτουργική αναβάθμιση της Σχολής, ώστε να διαμορφώνει διοικητικούς ηγέτες, με κοινή διοικητική κουλτούρα, υψηλή επιστημονική κατάρτιση και ισχυρή εθνική συνείδηση δημόσιας υπηρεσίας.
Η Σχολή Δημόσιας Διοίκησης ήταν μια από τις δύο μεγάλες λειτουργικές μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 80. Μαζί με το ΑΣΕΠ αποτέλεσαν μια ισχυρή παρακαταθήκη για την αντιμετώπιση του πελατειασμού- του συστήματος οργάνωσης και διοίκησης που κληροδοτήθηκε στο νεότερο ελληνικό κράτος από την οσμανλίδικη παράδοση.
Με τη Σχολή με συνδέουν πολλά: Οι πρώτες προσπάθειες στην «Ευαγγελιστρίας» να στήσουμε μια Σχολή «προεισαγωγικής εκπαίδευσης» χειροποίητη. Από το κουβάλημα των θρανίων μέχρι το πρόγραμμα σπουδών, όλα τα φρόντιζαν μια χούφτα άνθρωποι. Θυμάμαι τις μάχες που χάσαμε (απώλεια τμημάτων διπλωματών και δικαστών) από την επίθεση σκληρών πελατοκρατών οχυρωμένων πίσω από τα σιλό του Υπουργείου Εξωτερικών και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Θυμάμαι τις απογοητεύσεις όσων συνέχισαν να παλεύουν από την ανικανότητα (και τη φαυλότητα) πολλών κομματικών ηγεσιών της Σχολής[1].
Τα πολλαπλά εμπόδια (συντεχνιακά, πολιτικά, διοικητικά) αντισταθμίζονταν, όμως, από την όρεξη και το μεράκι των πρωταγωνιστών της προσπάθειας. Και μεταξύ αυτών ξεχώριζαν οι σπουδαστές. Νέοι υψηλών προσόντων που μπορούσαν να αντιμετωπίσουν «στα ίσα» ομογάλακτους τους από χώρες με μεγάλη διοικητική παράδοση, αντί να καταλάβουν τις ανώτερες θέσεις του κράτους, έβλεπαν να διολισθαίνουν, χρόνο με το χρόνο, σε τμήματα αυτού που (υποτίθεται ότι θα) μάχονταν: την πελατειακή γραφειοκρατία.
Εν τω μεταξύ η Σχολή- κι ότι σχετιζόταν μ’ αυτήν- έφθινε: Το πρόγραμμα σπουδών απομειώθηκε σε κάποια σεμινάρια αμφίβολης ποιότητας, οι επώνυμοι διδάσκοντες της περιόδου της ακμής της υποβαθμίστηκαν σε δημοσίους υπαλλήλους με «μεταπτυχιακό», η όποια οργανωσιακή μνήμη ατονούσε. Έμεινε η αυξημένη μοριοδότηση των αποφοίτων να τους χρησιμεύει κατά την προαγωγή τους. Ώδινεν όρος….
Η Σχολή απέτυχε και το όραμα της ελληνικής ΕΝΑ θάφτηκε στο νεκροταφείο των μεγάλων και μικρών οραμάτων του διοικητικού εκσυγχρονισμού. Στους θεματοφύλακες της κρατούσας τάξης πραγμάτων έμειναν τα παράσημα για τον άτεγκτο εισαγωγικό διαγωνισμό και μια συναδελφικότητα μεταξύ των αποφοίτων προσομοιάζουσα προς εκείνη μεταξύ των παλαιών πολεμιστών.
Κι αίφνης, ενώ ο προαναγγελθείς θάνατος της Σχολής ήταν ήδη παρών, εμφανίστηκε μια κυβερνητική πρόταση που ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για το μέλλον του Κέντρου και της Σχολής, ειδικότερα. Μ’ αυτήν αλλάζει το σύστημα εισόδου στη Σχολή και η ευθύνη του διαγωνισμού μεταφέρεται στο ΑΣΕΠ, ενώ μετασχηματίζεται ο φορέας διαρκούς εκπαίδευσης και δημιουργείται ακαδημία για την παραγωγή ηγετικών στελεχών. Χωρίς να έχουμε, βεβαίως, τις λεπτομέρειες των ρυθμίσεων δεν είμαστε σε θέση να σχολιάσουμε.
Μπορούμε , όμως, να επισημάνουμε ότι το πρόβλημα της Σχολής δεν είναι δομικό. Ελάχιστη σημασία έχει ποιος φορέας κάνει τον διαγωνισμό- κι η προσωπική μου γνώμη είναι ότι το ΑΣΕΠ θα εγγυηθεί, τουλάχιστον το ίδιο, την ακεραιότητα του. Εάν όμως η αλλαγή αυτή δεν συνδέεται με ουσιαστικές αλλαγές τόσο στο status της Σχολής όσο και στην αναβάθμιση των στελεχών της, τότε θα λειτουργήσει εκφυλιστικά, συντηρώντας μια γραφειοκρατία των αποφοίτων.
Η Σχολή Δημόσιας Διοίκησης πρέπει να αναβαθμιστεί λειτουργικά, κι αυτό σημαίνει: Να αποκτήσει διαφορετικό πρόγραμμα σπουδών, που θα δίνει έμφαση στα ταυτοτικά στοιχεία του διοικητικού ηγέτη, παρέχοντας ένα συμπαγές σετ γνώσεων. Να προσελκύσει διδάσκοντες μόνιμης απασχόλησης με κριτήριο τη θεωρητική και πρακτική επάρκειά τους, κυρίως όμως, με βάση την αφοσίωσή τους στη Σχολή και, τέλος, να διασφαλίσει συγκεκριμένη διαδρομή καριέρας για τους απόφοιτους με παράλληλη κατοχύρωση των γνώσεων και των δεξιοτήτων τους, πέραν του δημοσίου, και στον ιδιωτικό τομέα.
Επιμύθιο: Η ΕΝΑ, η περίφημη γαλλική Σχολή δεν οφείλει τη φήμη της τόσο στο γεγονός ότι οι περισσότεροι Πρόεδροι της Δημοκρατίας ήταν απόφοιτοί της, αλλά στη δημιουργία γαλλικής συνείδησης στην άσκηση των δημοσίων πολιτικών και λειτουργών. Καλύτερα, όμως, από τη δική μου γραφίδα απέδωσε τη διαδικασία δημιουργίας συνείδησης στους Enarques νεαρός ακόλουθος της γαλλικής πρεσβείας, ο οποίος, προ ετών, περιγράφοντάς μου την παρακαταθήκη των διαλέξεων του Μισέλ Ροκάρ, πρώην πρωθυπουργού της Γαλλικής Δημοκρατίας, στους σπουδαστές της Σχολής, μου είπε ότι όσα έμαθε εκεί δεν είναι παρά «η Γαλλία που κυλάει στο αίμα μου».
Στους καιρούς που ζούμε και στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε δεν μπορώ να δω κάτι ανώτερο αυτού, κάτι που να αποδίδει περισσότερο απ’ αυτό το νόημα της αποστολής ενός ανώτατου διοικητικού στελέχους.
[1] Μια λεπτομερής παρουσίαση των μοντέλων προεισαγωγικής εκπαίδευσης και των ιδιοτυπιών της ελληνικής περίπτωσης καθώς και η παρουσίαση ενός κατάλληλου θεωρητικού πλαισίου ανάπτυξής της στο πλαίσιο της διοικητικής μεταρρύθμισης βλ. στη μονογραφία μου «Διοικητική μεταρρύθμιση και προεισαγωγική εκπαίδευση»,1998, εκδ. Σάκκουλα,Αθήνα.


