Περί αξιολογήσεως πολύς ο λόγος. Περί γνώσεως του τι ακριβώς αντιλαμβάνονται εκείνοι που ομιλούν- αρμοδίως/αναρμοδίως- περί αυτής ελάχιστα γνωρίζουμε. Η ποδοσφαιροποίηση της επιστημονικής και πολιτικής ζωής έχει διαμορφώσει την ψευδαίσθηση του «άσπρου» (ο εστί μεθερμηνευόμενο ως ΝΑΙ στην αξιολόγηση) και του μαύρου (ΟΧΙ στην αξιολόγηση). Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν, σύμφωνα με την ασπρόμαυρη κατανόηση της αξιολόγησης, συλλήβδην, οι δημόσιοι υπάλληλοι.
Σήμερα, έχουμε επιτέλους ερευνητικά ευρήματα που αποκαλύπτουν περισσότερα χρώματα πέραν του άσπρου-μαύρου. Τα βασικότερα εξ αυτών σχολιάζονται στη συνέχεια.
Είναι τα αποτελέσματα της έρευνας "Η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων: από το νομοθετικό πλαίσιο στην πράξη" που ολοκληρώσαμε με το ΙΝΕΡΠ και σας παρουσιάζουμε στην ιστοσελίδα μας.
Εν αρχή, ένα ποσοστό με νόημα: Όταν ένα μέτρο πολιτικής, μια κυβερνητική πρωτοβουλία ανεξαρτήτως περιεχομένου ή συνθηκών, αξιολογείται σχεδόν από το σύνολο εκείνων που τους αφορά ως «προβληματική» ή «πολύ προβληματική» (83.8%), τότε είναι βέβαιη η αποτυχία της. Όταν αυτό συμβαίνει με την αξιολόγηση, θα πρέπει άμεσα να αναθεωρηθεί τόσο το περιεχόμενο όσο και ο τρόπος που έχει επιλεγεί για την εφαρμογή της. Η καθολική απόρριψή της στο πρώιμο στάδιο εφαρμογής της προδιαγράφει το δύστηνο μέλλον της μεταρρύθμισης.
Αλλά μάλλον η απόρριψη έχει βαθύτερες αιτίες: Το έλλειμμα εμπιστοσύνης. Αν και αναφέρεται συχνά ως διάσταση του ευρύτερου προβλήματος της νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, αυτό δεν οφείλεται σε κάποια αταβιστική αντίδραση. Εδράζεται στην αμφισβήτηση της αντικειμενικότητας της αξιολόγησης και τεκμηριώνεται απολύτως. Εδώ ο βαθμός εμπιστοσύνης στην αντικειμενικότητα της αξιολόγησης είναι απογοητευτικός: 3,18/10. Καμία μεταρρύθμιση δεν προκόβει με τέτοιο σκορ.
Ένα εύρημα που σημαίνει πολλά για τις υποκείμενες πλευρές της αξιολόγησης και μάλιστα μιας από τις θεμελιώδεις, είναι εκείνο που αφορά τη σύνδεση της αξιολόγησης με τη στοχοθεσία. Μόνο 24.8% δήλωσαν ότι η αξιολόγησή τους στηρίχθηκε σε μια συστηματική παρακολούθηση των στόχων. Εδώ υποσημειώνουμε ότι το πλαίσιο (ν. 4940/2022, ν.5149/2024, ν. 5270/2026) και οι εγκύκλιες οδηγίες χρήσης του (εγκύκλιος έναρξης: 3/2/2026, εγκύκλιος καθορισμού και επιμερισμού: 11/5/2026) ήταν αρκετά σαφείς. Τι έφταιξε;
Μια (αναμενόμενη) απάντηση/ερμηνεία είναι ότι οι αξιολογητές δεν διαθέτουν ούτε τη γνώση ούτε την προσωπικότητα για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της μεταρρύθμισης. Ένα γλίσχρο 17.9% δέχεται ότι οι αξιολογητής διαθέτει επαρκή γνώση της διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού και της αξιολόγησης, ειδικότερα. Η παλιά (κακή) πρακτική της εγκυκλίου/τυφλοσούρτη με την οποία διαπαιδαγωγήθηκαν γενιές δημοσίων υπαλλήλων δεν δούλεψε σε καθεστώς αυξημένης περιπλοκότητας. Μπορεί, όμως, οι μεταρρυθμίσεις του μέλλοντος να δρομολογούνται με τον αραμπά του παρελθόντος;
Κι, εν τέλει, μεταρρυθμίσεις που επιχειρούνται στη λογική «one size fits all» είναι, εξ ορισμού, ατελέσφορες. Στην περίπτωσή μας, αυτό συνέβη όπως δήλωσε ένας στους δύο σχεδόν (42,7%) με τη στοχοθεσία στην δική τους περίπτωση να μην είναι παρά η μεταφορά ενός γενικού υποδείγματος που δεν προσαρμόσθηκε στις ιδιαίτερες οργανωτικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητές τους.
Έχοντας αυτή τη βασική γνώση και πεποίθηση είναι εύλογο να ζητά σχεδόν το σύνολο του δείγματος (87,2%), να μην υπάρξει συνταγματική-νομική σύνδεση της αξιολόγησης με τις απολύσεις πριν από τη διόρθωση του περιεχομένου της και της διαδικασίας εφαρμογής που ακολουθούνται σήμερα.
Προσοχή, όμως, στο τελευταίο εύρημα: Επτά στους δέκα (68,4%) δηλώνουν ότι συμφωνούν με τη συνταγματική κατοχύρωση της αξιολόγησης.
Το χάσμα ανάμεσα στη θεωρία/τον τυπικό νόμο και την πράξη/το ζωντανό δίκαιο δεν έκλεισε ποτέ. Υποδειγματικά το περιγράφει η Carol H. Weiss (1976) όταν αναδιφά στα αίτια του «μεγάλου χάσματος» μεταξύ της ακαδημαϊκής γνώσης και των δημόσιων πολιτικών που έρχονται να την υποστασιοποιήσουν. Μήπως εν τέλει το κρατούν ερμηνευτικό υπόδειγμα του ζεύγους θεωρίας και πράξης θα έπρεπε να αναλυθεί περαιτέρω σε μια πρακτική που στηρίζεται/επικαλείται μια θεωρία και σε μια πρακτική που υπαγορεύει θεωρητικές προκείμενες στο πλαίσιο ενός ευρύτερου γνωστικού συστήματος; Οι σημειώσεις του Niklas Luhmann στο «Die Praxis der Theorie» (1969) μπορεί να είναι, και στην περίπτωσή μας, χρήσιμες.




