Η αντιμετώπιση του πλημμυρικού φαινομένου Daniel το 2023 ανέδειξε την αναγκαιότητα για έναν ριζικό μετασχηματισμό της δημόσιας διοίκησης στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στον τομέα της πολιτικής προστασίας.
Ενώ ο Ν. 4662/2020 έθεσε το πλαίσιο για τη διαχείριση κρίσεων, η πραγματικότητα έδειξε ότι οι συνεχείς νομοθετικές αλλαγές δεν αρκούν για να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα. Η πραγματική πρόκληση είναι η δημιουργία ενός πολιτισμού διαχείρισης που θα βασίζεται στον συντονισμό, τη διαλειτουργικότητα και τη χρήση ήπιων εργαλείων (soft skills) και τεχνολογίας.
Η αναδιάρθρωση που επιχειρήθηκε με τον νόμο 5075/2023, λίγους μήνες μετά την καταστροφή, και η εξαγγελία για ένα νέο νομοσχέδιο το προσεχές διάστημα, καταδεικνύουν την πολιτική βούληση για προσαρμογή. Ωστόσο, η συχνή διαφοροποίηση των δομών δεν οδηγεί αυτόματα σε βελτίωση. Η ουσία της μεταρρύθμισης βρίσκεται στην καλλιέργεια δεξιοτήτων και τη διασύνδεση των υπηρεσιών, ώστε το νέο νομικό πλαίσιο να μπορέσει να εφαρμοστεί αποτελεσματικά.
Η εμπειρία του Daniel κατέστησε σαφές ότι η δημόσια πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στην απλή αντίδραση. Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο που θα εστιάζει στην πρόληψη και την ανθεκτικότητα. Η εθνική στρατηγική για τη διαχείριση κινδύνων, που αναπτύχθηκε μετά το 2020, στοχεύει στη χαρτογράφηση των ευάλωτων περιοχών και στην υλοποίηση αντιπλημμυρικών έργων. Παράλληλα, η ενεργοποίηση μηχανισμών άμεσης οικονομικής βοήθειας, όπως το Μητρώο Καταγραφής Ζημιών, και η θέσπιση ειδικών επιτροπών για την επιτάχυνση των αποζημιώσεων, σηματοδοτούν μια προσπάθεια για απλοποίηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών.
Συγχρόνως, η αποτελεσματικότητα της διαχείρισης κρίσεων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον συντονισμό μεταξύ των διαφόρων φορέων της δημόσιας διοίκησης. Το φαινόμενο Daniel ανέδειξε την ανάγκη για διαλειτουργικότητα, δηλαδή τη δυνατότητα των διαφορετικών πληροφοριακών συστημάτων να επικοινωνούν μεταξύ τους αλλά και την ανάγκη αναβάθμισης των γνώσεων και των δεξιοτήτων του προσωπικού των φορέων πολιτικής προστασίας, ώστε να αξιοποιούνται τα τεχνολογικά εργαλεία και οι δυνατότητες των πληροφοριακών συστημάτων.
Η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών αποτελεί ένα κρίσιμο βήμα. Η εμπειρία με τις χιλιάδες κλήσεις για άντληση υδάτων και απεγκλωβισμό πολιτών κατέδειξε την αναγκαιότητα μιας ενιαίας ψηφιακής πλατφόρμας δήλωσης αιτήματος συνδρομής. Μια τέτοια πλατφόρμα θα διασφάλιζε την αποτελεσματική και αποδοτική λειτουργία των υπηρεσιών, αποφεύγοντας περιπτώσεις ανταπόκρισης με όρους προσωπικών ή πελατειακών σχέσεων.
Επιπλέον, η ενσωμάτωση όλων των βεβαιώσεων που χορηγούνται στους πληγέντες στην Ψηφιακή Θυρίδα του Πολίτη θα μειώσει τη γραφειοκρατία και τον χαμένο χρόνο. Αυτό όχι μόνο απλοποιεί τη διαδικασία για τους πολίτες, αλλά διασφαλίζει και την αξιοπιστία των στοιχείων, καθώς τα έγγραφα είναι άμεσα διαθέσιμα στις αρμόδιες υπηρεσίες.
Μετά από μια καταστροφή, η πιο κρίσιμη ενέργεια είναι η διενέργεια μιας αναλυτικής Απολογιστικής Αναφοράς (After-Action Review - AAR). Πρόκειται για μια διαδικασία συστηματικής αξιολόγησης και οργανωσιακής μάθησης. Όλες οι εμπλεκόμενες ομάδες (πυροσβέστες, διασώστες, διοικητικό προσωπικό) θα πρέπει να συγκεντρωθούν για να αναλύσουν τι πήγε καλά και τι όχι. Οι συνεντεύξεις με τους ανθρώπους που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή έχουν ανεκτίμητη αξία, καθώς μπορούν να αποκαλύψουν πρακτικά προβλήματα, όπως δυσλειτουργίες στον εξοπλισμό ή κενά στην επικοινωνία, που δεν είναι εμφανή σε μια τυπική αναφορά. Τα ευρήματα από την AAR θα πρέπει να καταχωριστούν σε μια προσβάσιμη, ψηφιακή βάση γνώσης. Αυτή η βάση θα λειτουργεί ως η "μνήμη" του φορέα, επιτρέποντας σε όλους να έχουν πρόσβαση στα μαθήματα από προηγούμενα περιστατικά. Τα διδάγματα που προκύπτουν πρέπει να αποτελέσουν τη βάση για την επικαιροποίηση των σχεδίων αντιμετώπισης.
Η πραγματική μεταρρύθμιση δεν είναι απλώς νομική, αλλά πολιτισμική. Απαιτεί δέσμευση, διαφάνεια και συνεχή προσπάθεια. Η "επαγγελματοποίηση" των ανώτερων στελεχών είναι βασική συνθήκη εσωτερικής μεταρρύθμισης. Οι «εξωστρεφείς» ηγέτες επενδύουν σε δεξιότητες όπως η διαχείριση γνώσης, το στρατηγικό management και η διαχείριση κρίσεων.
Η Διοίκηση με Στόχους (Management by Objectives - MBO), ένα σύγχρονο εργαλείο που ήδη προβλέπεται νομικά, μπορεί να μετασχηματίσει τη δημόσια διοίκηση από ένα γραφειοκρατικό σε ένα αποτελεσματικό σύστημα. Αντί να βασίζεται σε άκαμπτους κανονισμούς, εστιάζει στον καθορισμό συγκεκριμένων, μετρήσιμων, επιτεύξιμων, σχετικών και χρονικά προσδιορισμένων (SMART) στόχων. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να τεθούν στόχοι όπως η «Ολοκλήρωση της χαρτογράφησης των πλημμυρικών κινδύνων εντός 12 μηνών» ή η «Εκκαθάριση του 80% των αιτήσεων αποζημίωσης εντός 6 μηνών». Τι δεδομένα θα αντλούσαμε άραγε σε μια έρευνα γνώμης δύο χρόνια μετά τον Daniel για το πόσο ικανοποιημένοι είναι οι πολίτες από την επίτευξη αυτών των στόχων;
Η υιοθέτηση αυτής της προσέγγισης θα προσδώσει διαφάνεια και λογοδοσία. Ωστόσο, το πραγματικό όφελος θα φανεί μόνο όταν αυτές οι θεωρίες πάψουν να είναι απλώς «πομφόλυγες και φληναφήματα» στα λόγια των πολιτικών και υλοποιηθούν στην πράξη, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών και των εργαζομένων. Το φαινόμενο Daniel, αν και οδυνηρό, μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για αυτόν τον αναγκαίο μετασχηματισμό. Η μετάβαση από μια αντίδραση βασισμένη σε παρωχημένες διαδικασίες σε ένα σύστημα που ενσωματώνει την πρόληψη, την τεχνολογία και τη διοίκηση με στόχους είναι πλέον μονόδρομος. Ενέργειες που αφορούν την ανάλυση, τη μάθηση και την προετοιμασία ενισχύουν την αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα των διοικητικών λειτουργιών των φορέων πολιτικής προστασίας και διασφαλίζουν ότι η εμπειρία που αποκτήθηκε δεν πάει χαμένη, μετατρέπεται σε γνώση που θα χρησιμοποιηθεί για να γίνουν οι φορείς πιο ανθεκτικοί στο μέλλον.



