Από την ομιλία του Προέδρου του ΣΕΒ συγκράτησα την αναφορά του στην ανάγκη βελτίωσης της παραγωγικότητας τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα.
Εδώ και, τουλάχιστον, τέσσερις δεκαετίες καταβάλλονται προσπάθειες αποκρυπτογράφησης της έννοιας της παραγωγικότητας στο Δημόσιο που αποσκοπούν στην οριοθέτηση της έννοιας και των σχετικών καλών πρακτικών. Τα αποτελέσματα είναι, ωστόσο, κατώτερα των προσδοκιών.
Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι το Δημόσιο εδράζεται σε διαφορετικές αρχές από εκείνες των επιχειρήσεων με κεντρική την έννοια της νομιμότητας. Ό,τι γίνεται πρέπει να στηρίζεται σε κάποιον κανόνα δικαίου κι ό,τι αποφασίζεται πρέπει να περιβάλλεται την ισχύ του δικαίου.
Μαζί, όμως, με τη νομιμότητα επιχειρείται, εδώ και έναν αιώνα, η μεταλαμπάδευση των σύγχρονων αρχών οργάνωσης και διοίκησης και στο Δημόσιο. Εις ότι αφορά τη χώρα μας, η παραγωγικότητα επανέρχεται ως ένα διαχρονικό desideratum, ως μια μετα-έννοια, ως κάτι που ξέρουμε, πάνω κάτω, τι σημαίνει αλλά δυσκολευόμαστε να δείξουμε ένα επιτυχημένο παράδειγμα, πέραν εκείνων που το κράτος ήταν/είναι το ίδιο επιχειρηματίας. Εκεί, επικρατούσε επί σειρά δεκαετιών, η άποψη ότι τα μέτρα και τα σταθμά του ιδιωτικού τομέα μπορούν, άνευ άλλου, να μεταφερθούν από τις επιχειρήσεις στο Δημόσιο. Κι όταν η άποψη έγινε δημόσια πολιτική, τότε μπήκαμε στον ενάρετο κύκλο των ιδιωτικοποιήσεων και αποκρατικοποιήσεων στον οποίο ακόμη στροβιλιζόμαστε (με κορυφαίο αρνητικό παράδειγμα τον ΟΣΕ).
Εάν αφήσουμε , κατά μέρος, το κράτος-επιχειρηματία και πάμε να δούμε τι κάνει το κράτος-εγγυητής της ασφάλειας των πολιτών, το κριτήριο της παραγωγικότητας μετασχηματίζεται από υλικό σε κάτι πιο αόριστο, πλην απολύτως κατανοητό κι εξόχως βιωματικό. Εκεί θα πρέπει, αφού οριοθετήσουμε το πεδίο πολιτικής - κάτι το οποίο στη χώρα μας δεν είναι καθόλου απλό λόγω των πελατειακών συμφύσεων- να λάβουμε υπόψη μας τη γνώμη των πολιτών. Είναι το σημείο που η δημόσια πολιτική συναντάει την πολιτική και τη δημοκρατία.
Το Δημόσιο απανταχού στην ΕΕ, πασχίζει να θέσει δείκτες απόδοσης για τη μέτρηση της ασφάλειας που να συνδυάζουν την ασφάλεια με τη δημοκρατία. Εάν μ’ αυτούς τους δείκτες κρίνουμε τα αποτελέσματα της πολιτικής για την ασφάλεια και την «προστασία του πολίτη» στη χώρα μας τα αποτελέσματα υπολείπονται, σαφώς, από τα αντίστοιχα άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Επομένως, εδώ η παραγωγικότητα του Δημοσίου είναι αρνητική.
Το πως μπορεί να βελτιωθεί είναι υπόθεση πολλών αλλαγών και μέτρων τα περισσότερα εκ των οποίων έχουν οριζόντιο χαρακτήρα.
Κι εδώ οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται. Ας υποθέσουμε πως η φύλαξη θα βελτιωθεί εάν γίνουν ανακατατάξεις στα αστυνομικά τμήματα με ενίσχυση του προσωπικού και των μέσων τους. Για να στεφθεί με επιτυχία και να είναι βιώσιμο ένα τέτοιο σχέδιο χρειάζεται στρατηγικό σχεδιασμό κι όχι μπαλώματα, στα οποία συνήθως προσφεύγουμε. Χρειάζεται, επίσης, το κατάλληλο ρυθμιστικό πλαίσιο που θα άρει επικαλύψεις και αντιφάσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων στο κέντρο και την περιφέρεια και, βεβαίως, τους πόρους που πρέπει να χορηγούνται με βάση τα αποτελέσματα.
Οι αλλαγές αυτές συνθέτουν την ατζέντα των διοικητικών μεταρρυθμίσεων. Η παραγωγικότητα είναι ευθέως και αμέσως συνδεδεμένη με τις αλλαγές αυτές. Και είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν ευδοκιμούν στην Ελλάδα.
Οι λόγοι είναι πολλοί αλλά συναρθρώνονται γύρω από έναν κεντρικό, τον πελατειασμό. Το ελληνικό σύστημα οργάνωσης και διοίκησης έχει λογική, μέθοδο και πρακτικές που διασφαλίζουν την αναπαραγωγή του πελατειασμού. Ενός συστήματος που δεν αναγνωρίζει ως ne plus ultra τους θεσμούς και το κράτος δικαίου αλλά τα δίκτυα αλληλεξυπηρετήσεων, πολιτικών συγγενειών και ιδιοποίησης του κράτους.
Η διαφορά μας με τις άλλες χώρες της ΕΕ είναι όχι μόνο το καθυστερημένο σημείο εκκίνησης των αλλαγών αλλά και η βαριά κληρονομιά της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Σε κάθε περίπτωση το αίτημα της παραγωγικότητας στο Δημόσιο πρέπει να ικανοποιηθεί, προεχόντως, από την κυβέρνηση η οποία δεν διακρίνεται για τις επιδόσεις της στις διοικητικές μεταρρυθμίσεις.




