Η ελληνική δημόσια διοίκηση ζει διαρκώς σε συνθήκες «πολυκρίσης»—προσαρμόζεται, μεταμορφώνεται, αλλά προσπαθεί να ξεπεράσει τις χρόνιες αδυναμίες. Πώς μπορεί η εμπειρία των κρίσεων να γίνει αφετηρία θεσμικής αλλαγής και ανθεκτικότητας;
Η ελληνική δημόσια διοίκηση επί σειρά ετών αντιμετωπίζει μια συνεχή διαδοχή κρίσεων -από την οικονομική κατάρρευση και τα Μνημόνια, στην πανδημία, τις φυσικές καταστροφές, την ενεργειακή αναταραχή και τις μεταναστευτικές ροές. Αυτή η κατάσταση μπορεί να περιγραφεί ως «πολυκρίση», καθώς οι προκλήσεις συσσωρεύονται, αλληλοσυνδέονται και δημιουργούν ένα μόνιμο περιβάλλον αβεβαιότητας. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον ο ελληνικός διοικητικός μηχανισμός διαθέτει όχι απλώς την ικανότητα επιβίωσης, αλλά τη δυνατότητα θεσμικού μετασχηματισμού και προσαρμογής στις νέες συνθήκες.
Στα θετικά, ο μηχανισμός έχει επιδείξει σημαντικά στοιχεία προσαρμοστικότητας: Σύμφωνα με το “Digital Decade Country Report 2024” της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα σημείωσε βαθμό 86,2% στις ψηφιοποιημένες δημόσιες υπηρεσίες για επιχειρήσεις, υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ (85,4%), ενώ η ετήσια αύξηση της ψηφιοποίησης δημόσιων υπηρεσιών για πολίτες έφτασε το 17,5%. Η πλατφόρμα gov.gr συγκεντρώνει σήμερα πάνω από 1.500 ψηφιακές υπηρεσίες, επιτρέποντας στους πολίτες να διεκπεραιώνουν ηλεκτρονικά διαδικασίες που παλαιότερα ήταν χρονοβόρες και απαιτούσαν -το ελάχιστο- φυσική παρουσία. Αυτά τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι, σε ορισμένους τομείς, η δημόσια διοίκηση κατάφερε να αξιοποιήσει τις κρίσεις ως ευκαιρίες επιτάχυνσης του ψηφιακού μετασχηματισμού.
Παρά τα θετικά αυτά βήματα, οι δομικές αδυναμίες παραμένουν έντονες. Το 2022, μόνο το 52,4% του πληθυσμού της Ελλάδας διέθετε βασικές ψηφιακές δεξιότητες, έναντι μέσου όρου 55,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η απασχόληση σε εξειδικευμένες θέσεις πληροφορικής δεν ξεπερνά το 2,4%, έναντι 4,8% στην ΕΕ, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα του κράτους να διαχειριστεί αποτελεσματικά έργα ψηφιακής (ανοιχτής) διακυβέρνησης. Παράλληλα, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, μόλις το 44% των Ελλήνων πολιτών δηλώνει ικανοποιημένο από τις δημόσιες υπηρεσίες, έναντι 68% του μέσου όρου των χωρών. Έρευνα του London School of Economics με τίτλο “Crisis, Clientelism and Institutional Resilience” επισημαίνει ότι, ενώ η περίοδος των Μνημονίων προώθησε πολυάριθμες μεταρρυθμίσεις, η εφαρμογή τους παρέμεινε αποσπασματική, με καθυστερήσεις, ανατροπές και την επαναφορά του πελατειακού μοντέλου. Τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την εικόνα της λεγόμενης «μεταρρυθμιστικής κόπωσης»: η συνεχής πίεση, η έλλειψη θεσμικής μάθησης και η εξάντληση του ανθρώπινου δυναμικού περιορίζουν τη βιωσιμότητα των μεταρρυθμίσεων και τη διοικητική ανθεκτικότητα.
Η εμπειρία των φυσικών καταστροφών στη Θεσσαλία και τον Έβρο, μεταξύ άλλων, ανέδειξε επίσης το πρόβλημα του κατακερματισμού αρμοδιοτήτων και της αδυναμίας συντονισμού μεταξύ κεντρικού κράτους και τοπικής αυτοδιοίκησης. Αντί για ένα συνεκτικό σύστημα πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων, παρατηρούνται επικαλύψεις, αποσπασματικές πρωτοβουλίες και έλλειψη διαλειτουργικότητας. Για μια μετάβαση από την παθητική ανθεκτικότητα, δηλαδή την ικανότητα επιβίωσης, στη δημιουργική ανθεκτικότητα, δηλαδή τη δυνατότητα μάθησης και θεσμικού μετασχηματισμού, απαιτείται μια νέα διοικητική φιλοσοφία.
Αναγκαία για κάτι τέτοιο είναι η θέσπιση μόνιμων μηχανισμών αξιολόγησης δημόσιων πολιτικών, όπως προτείνει και ο ΟΟΣΑ, ώστε η εμπειρία των κρίσεων να μετατρέπεται σε γνώση και βελτίωση. Παράλληλα, χρειάζεται συστηματική επένδυση στους ανθρώπινους πόρους, με προγράμματα εκπαίδευσης που θα επικεντρώνονται στις δεξιότητες ανάλυσης δεδομένων, διαχείρισης έργων και λήψης αποφάσεων υπό συνθήκες αβεβαιότητας. Τέλος, η αποκέντρωση δεν μπορεί να παραμένει σύνθημα· πρέπει να συνοδευτεί από πραγματική μεταφορά πόρων και αρμοδιοτήτων στις περιφέρειες και τους δήμους, με παράλληλη ενίσχυση της λογοδοσίας και της διαφάνειας.
Η πολυκρίση μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία θεσμικής αυτογνωσίας για το ελληνικό κράτος. Η ανθεκτικότητα δεν είναι απλώς η ικανότητα επιβίωσης σε δύσκολες συνθήκες, αλλά και η δυνατότητα μάθησης και μετασχηματισμού. Για να ξεπεραστεί η μεταρρυθμιστική κόπωση, χρειάζεται ένα νέο διοικητικό αφήγημα που θα στηρίζεται στην εμπιστοσύνη, στη συνέπεια και στη θεσμική συνέχεια, όχι σε αποσπασματικές παρεμβάσεις. Η ελληνική δημόσια διοίκηση απέδειξε ότι μπορεί να ανταπεξέλθει στις κρίσεις· το στοίχημα πλέον είναι να μάθει να προνοεί. Μόνο ένα κράτος στρατηγικά ικανό, κοινωνικά ευαίσθητο και θεσμικά ώριμο μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της εποχής και να αποτελέσει τον πυρήνα μιας πραγματικά ανθεκτικής κοινωνίας.

