Για τους μετακλητούς υπάρχει ένας προβληματισμός ο οποίος επαναλαμβάνεται σε τακτικά διαστήματα, χωρίς όμως να καταλήγει στη μια και μοναδική πρόταση που αρμόζει σε μια αναπτυγμένη ευρωπαϊκή χώρα: Στην κατάργηση αυτής της κατηγορία προσωπικού. Δεν χρειάζεται.
Οι μετακλητοί υποστασιοποιούν όλα εκείνα για τα οποία γενιές μεταρρυθμιστών πολιτικών και διοικητικών επιστημόνων πασχίζουν: Αποτελούν όχι μόνο ένα απολίθωμα της οσμανλίδικης διοίκησης- όχι μόνο μια περιφρόνηση της αξιοκρατίας, της ισονομίας και της ισοπολιτείας αλλά και της οικονομικότητας, της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας-των βασικών αρχών μιας σύγχρονης διοίκησης σ’ ένα κράτος δικαίου.
Τι είναι, όμως, τόσο ισχυρό ώστε οι μετακλητοί όχι μόνον να παραμένουν αλλά να αυξάνονται και να πληθύνονται; Και δεν αυξάνονται μόνο ως απόλυτος αριθμός αλλά και ως οικονομικό μέγεθος, αφού οι απολαβές τους για τις οποίες φρόντισε και η «πρώτη φορά αριστερά»- κυβέρνηση, δεν είναι καθόλου αμελητέες στη συγκεκριμένη οικονομική συγκυρία και τη διαρκή στενότητα.
Και γιατί οι μετακλητοί αποτελούν ένα ιερό δισκοπότηρο για τις κυβερνήσεις διαφορετικών πολιτικών κομμάτων τα οποία, κατά τα λοιπά, τα χωρίζει έρεβος;
Η συζήτηση δεν προχωράει στην αποκάλυψη όλων των πτυχών του θέματος αλλά περιορίζεται σ’ εκείνα που μπορούν να συντηρήσουν έναν πολιτικό καυγά. Έτσι κι αυτή τη φορά, με αφορμή το «πτυχίο» ενός υφυπουργού, αποκαλύπτεται μόνον η κορυφή του παγόβουνου της κακοδιοίκησης και της αναξιοκρατίας κι όχι το βάθος και ο όγκος του.
Ιδού, λοιπόν, μερικές από τις βασικές διαστάσεις του θέματος που δεν τίθενται στο δημόσιο διάλογο:
Α) Οι μετακλητοί συνδέονται με τον πολιτικό τους πάτρωνα με σχέση εμπιστοσύνης. Αυτή την εμπιστοσύνη που θα έπρεπε να επιδιώκουν και να έχουν εμπεδώσει μεταξύ τους τα πολιτικά και διοικητικά στελέχη, υπάρχει σε σπάνι: Υφίσταται μόνο μεταξύ του πολιτικού στελέχους και της ολιγάριθμης ομάδας των μετακλητών του. Αποτέλεσμα: Η καχυποψία μεταξύ τους μεγαλώνει. Τα στελέχη της διοικήσεως αισθάνονται προσβεβλημένα που, κάθε φορά, με την αλλαγή ενός υπουργού/υφυπουργού/περιφερειάρχη/δημάρχου κλπ εμφανίζεται ένας ουρανοκατέβατος «σύμβουλος» που θέλει να τους υποδείξει/διορθώσει/ «εμπλουτίσει» τις αποφάσεις και τις προτάσεις τους ανάλογα με τις βουλήσεις του πολιτικού προϊσταμένου του.
Β) Οι μετακλητοί είναι οι άνθρωποι για τις «βρώμικες δουλειές» των πολιτικών, τουτέστιν της επικοινωνίας με τους ψηφοφόρους τους, της διαμεσολάβησης για ποικίλες χάρες (ρουσφέτια) και τη μεταφορά πληροφοριών από αντίπαλα στρατόπεδα. Όλη αυτή, η «αναπόφευκτη» για έναν πολιτικό δραστηριότητα, γίνεται με τη χρήση δημοσίων πόρων.
Γ) Oι μετακλητοί φροντίζουν για τον «καθαγιασμό» πράξεων και διαδικασιών που δεν είναι, ακριβώς, νόμιμες ούτε αποτελεσματικές ή οικονομικές. Ψάχνουν και πρέπει να βρίσκουν πλάγιες οδούς με τις οποίες να «γίνεται η δουλειά». Αποκτούν μια τεχνογνωσία η οποία λειτουργεί ως πιστοποιητικό επάρκειας όταν μεταφέρονται από τον έναν πολιτικό στον άλλον.
Εκ κατακλείδι: Για κανένα λόγο δεν δικαιολογείται η ύπαρξη μετακλητών, ειμή μόνο για την διαιώνιση/επιβίωση/ του πελατειασμού. Σήμερα διαθέτουμε χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους, πολλών και διαφόρων κατηγοριών, που μπορούν να ανταποκριθούν σε κάθε νόμιμη απαίτηση ενός πολιτικού προϊσταμένου. Η αιτιολογία για την ανάγκη ύπαρξης των μετακλητών λόγω της στενότητας των προσλήψεων είναι, επιεικώς, απαράδεκτη.
Ο ψευτο-εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου των μετακλητών (προσόντα, αριθμός, διαδικασίες πρόσληψης) που επιχειρήθηκε από κυβερνήσεις που ήθελαν να διατηρήσουν την ανορθολογικό τρόπο εισόδου στο δημόσιο απέτυχε.
Δεν μένει παρά μόνο μία ριζική και σωστή επιλογή: Η κατάργησή τους.






Η αιτιολογία για την ανάγκη ύπαρξης των μετακλητών λόγω της στενότητας των προσλήψεων δεν ξέρω αν είναι "επιεικώς, απαράδεκτη", σίγουρα πάντως είναι ομολογία αποτυχίας μιας ευρύτερης πολιτικής, με τον ίδιο τρόπο που τα φροντιστήρια είναι ομολογία αποτυχίας του εκπαιδευτικού συστήματος. Αντί να λύσεις το ίδιο το πρόβλημα (στενότητα προσλήψεων), βρίσκεις ημίμετρα που λειτουργούν ως μπαλώματα (μετακλητοί), δημιουργώντας ένα ολόκληρο παρεμπόριο επιρρεπές στην ασυδοσία.
Δεν γίνεται, όμως, σχεδόν σε κάθε συζήτηση περί δημόσιας διοίκησης να στηλιτεύεται η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού, αλλά όταν μιλάμε για μετακλητούς ξαφνικά να μην υφίσταται τέτοια έλλειψη. Γίνεται, όμως, να στηλιτεύεται ο ρόλος των μετακλητών ως μπάλωμα σε αυτή την κατάσταση, ιδιαίτερα εφόσον συντρέχει και μια σειρά από επιβαρυντικούς παράγοντες όπως οι μισθολογικές ανισότητες αλλά και η έλλειψη οποιασδήποτε ευθύνης και λογοδοσίας - είναι εξωφρενικό να υπάρχουν άνθρωποι που "λύνουν και δένουν" χωρίς να φαίνονται πουθενά και χωρίς να έχουν την παραμικρή -θεσμοθετημένη- ευθύνη. Νομίζω ότι αυτά τα "δυό μέτρα και δυό σταθμά" είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που δημιουργούν οι μετακλητοί.
Εν τέλει, αν ήθελε κάποιος να "μπαλώσει" λίγο πιο υποφερτά το πρόβλημα των μετακλητών χωρίς να τους καταργήσει, ίσως να αρκούσε μια νομοθετική πρόβλεψη που αφενός θα τους εντάσσει στο ενιαίο μισθολόγιο, αφετέρου θα τους καθιστά υπόλογους στο πειθαρχικό και κανονιστικό πλαίσιο του υπαλληλικού κώδικα, ώστε να φέρουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και ευθύνες που διέπουν τους δημοσίους υπαλλήλους. Βέβαια, μια τέτοια ρύθμιση θα αφαιρούσε ένα σημαντικό μέρος της ευελιξίας και των προνομίων που καθιστούν τις θέσεις αυτές ελκυστικές...
Δεν είναι καθόλου κακή ιδέα η κατάργηση αυτής της κατηγορίας υπαλλήλων, που πράγματι σε πολλές περιπτώσεις δρουν παρασιτικά στο δημόσιο. Ωστόσο, αν δεν λυνόταν πρώτα το βασικό πρόβλημα της έλλειψης ανθρώπινου δυναμικού, το διαχειριστικό κόστος αυτής της κατάργησης θα ήταν πιθανότατα δυσθεώρητο για το σώμα των δημόσιων υπαλλήλων.