Ο Παναγιώτης Καρκατσούλης εξετάζει το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών για την ηγεσία στο Δημόσιο και αναδεικνύει τρεις συγκεκριμένους και σοβαρούς κινδύνους όσον αφορά την περαιτέρω πορεία του: Πρώτον, την ασάφεια των κριτηρίων βαθμολογικής ανέλιξης, δεύτερον, την αγκύλωση και τον κορεσμό του ΑΣΕΠ με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητας των διαγωνισμών του και τρίτον την έλλειψη πολιτικής βούλησης να προχωρήσει η κυβέρνηση σε επώδυνες αλλαγές για την πελατοκρατία εν μέσω προεκλογικής περιόδου.
Εδώ και λίγες μέρες έχει ξεκινήσει η δημόσια διαβούλευση για ένα νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών που φέρει έναν μακρόσυρτο τίτλο, αλλά αφορά ένα εξαιρετικής σημασίας θέμα, αυτό της ηγεσίας στο ελληνικό δημόσιο.
Ίσως να μην είναι κατανοητή στο ευρύ κοινό η σημασία μιας διοικητικής ηγεσίας που θα εφαρμόζει πιστά τις αρχές της χρηστής διακυβέρνησης και της σύγχρονης διοικητικής επιστήμης. Αρκεί να υπενθυμίσουμε, πάντως, ότι είναι καθολική η πεποίθηση ότι το σημερινό επίπεδο ανάπτυξης των χωρών που επιδιώκουμε να φτάσουμε, οφείλεται στην ανάπτυξη και εφαρμογή αρχών, μεθόδων και πρακτικών που κατάφεραν να μετατρέψουν το τυραννικό και γραφειοκρατικό κράτος τους σε μια βιώσιμη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα που διασφαλίζει υψηλότατο επίπεδο ευημερίας για τους πολίτες τους.
Αυτό το επίτευγμα οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην ανάδειξη σπουδαίων κρατικών λειτουργών που διασφάλισαν την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Αυτά τα πρόσωπα με τα ιδιαίτερα ηγετικά χαρακτηριστικά παρήχθησαν μέσα από μια κοπιώδη, συνεχή προσπάθεια διάπλασης των χαρακτήρων τους- με πιο γνωστά και χαρακτηριστικά τα παραδείγματα της Γαλλικής και της Γερμανικής Σχολής Δημόσιας διοίκησης οι οποίες λειτουργούν ανελλιπώς εδώ και τρεις αιώνες. Τα ίδια με ανάλογες προσαρμογές ισχύουν και για τις Αγγλοσαξωνικές χώρες με τον Woodrow Wilson, τον πρώτο πρόεδρο της αμερικανικής Δημοκρατίας και ταυτόχρονα θεμελιωτή της επιστήμης τη δημόσιας διοίκησης. Αντίθετα απ’ ότι διάφορες μονιστικές θεωρίες διακηρύσσουν, οι ηγέτες αναδείχνονται μέσα από τις μεταρρυθμίσεις οι οποίες δεν υπάρχουν παρά μόνον μέσω αυτών.
Είναι, όμως, επίσης κοινός τόπος ότι η λειψανδρία των ηγετών αποτελεί στους καιρούς μας τον κανόνα, κάτι το οποίο βιώσαμε οδυνηρά και με την πρόσφατη περιπέτεια των μνημονίων. Πέραν της δημοσιονομικής και οικονομικής κατάρρευσης υπήρξε και μια αντίστοιχη διοικητική που οδήγησε τον κρατικό μηχανισμό σε έτι περαιτέρω απαξία.
Θα ήταν, ωστόσο, λάθος να προσχωρήσει κανείς σε μια υπερ-απλουστευτική, εν πολλοίς λαϊκίστικη άποψη περί της διακυβέρνησης, η οποία αγνοεί τα βήματα προόδου και αποσιωπά τα θετικά στοιχεία στις μεταπολιτευτικές προσπάθειες ανάταξης του κρατικού μηχανισμού της χώρας. Βεβαίως, εξαιρουμένων των μνημειωδών μεταρρυθμίσεων του ΑΣΕΠ, των ΚΕΠ και των Ανεξαρτήτων Αρχών, οι περισσότερες απ’ αυτές εφαρμόστηκαν εν μέρει η περιέπεσαν σε αχρησία και υποκαταστάθηκαν από άλλες, συχνά, άτυπες τάξεις.
Τα προβλήματα που έχουν, διαχρονικά, αναδειχτεί, επιχειρεί να θεραπεύσει η νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Εσωτερικών-η πιο φιλόδοξη απ’ όλες, αφού διακηρύσσει την ταυτόχρονη αλλαγή του βαθμολογίου, της διαδικασίας και των λειτουργικών προαπαιτούμενων των κρίσεων καθώς και του τρόπου παροχής κατάρτισης και εκπαίδευσης των ανωτάτων στελεχών της δημόσιας διοίκησης.
Το να πετύχει, όμως, κανείς ν’ αλώσει τα κάστρα του πελατειασμού είναι αντιστρόφως ανάλογο προς την ευκολία και την κομπορρημοσύνη με την οποία, ενίοτε, διατυπώνεται.
Το νομοσχέδιο υπόσχεται ότι θα ιάνει τις πληγές του Φαραώ, αφού:
Α) Θα αποκαταστήσει το εύρος του βαθμολογίου, ούτως ώστε να μην εγκλωβίζονται χιλιάδες ικανά στελέχη στην κορυφή της κολοβής πυραμίδας, περιμένοντας πότε θα αδειάσει μια από τις επίζηλες θέσεις του Τμηματάρχη, του Διευθυντή η του Γενικού Διευθυντή. Προς τούτο θα δημιουργήσει 3 ακόμη επίπεδα ανέλιξης βασισμένα στην εμπειρία. Η διεύρυνση είναι στη σωστή κατεύθυνση αλλά υπάρχει ασάφεια ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα επιλέγονται οι ικανοί να περάσουν από το ένα επίπεδο στο άλλο. Εκεί η αοριστία και η γενικότητα- εάν δεν είναι εσκεμμένη- υποδηλώνει την ύπαρξη της συμβουλοκρατίας που έχει ήδη δημιουργήσει περισσότερα ερωτήματα από εκείνα που απάντησε. Οι όροι «δεξιότητες» «αξιολόγηση» «δείκτες μέτρησης» που χρησιμοποιούνται επαναλαμβανόμενοι, χωρίς όμως να συναρτώνται προς το σημαινόμενο, παραπέμπουν είτε σε άγνοια είτε σε μια συμβολική ρύθμιση για την εφαρμογή της οποίας δεν υπάρχει βούληση.
Β) Στην ίδια λογική είναι και η εμπλοκή του ΑΣΕΠ στη διαγωνιστική διαδικασία ανάδειξης των προϊσταμένων. Αφήνοντας, κατά μέρος, τις λεπτομέρειες και τις ασάφειες- που δεν είναι λίγες-δεν μπορεί κανείς παρά να επικροτήσει αυτή την επιλογή. Το ΑΣΕΠ έπρεπε, προ πολλού, να έχει αναλάβει αυτό τον ρόλο. Πλην όμως, αυτό δεν πρέπει να σημάνει ότι το ΑΣΕΠ μετατρέπεται σ’ ένα μεγάλο «Διοικητικό» των υπολοίπων φορέων του Δημοσίου.
Το ΑΣΕΠ έχει επιτελικό ρόλο ως εγγυητής της νομιμότητας, της αντικειμενικότητας και της αξιότητας- αλλά για να αντιστοιχηθούν οι έννοιες αυτές με τη σύγχρονη πραγματικότητα της διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού-κι όχι μόνο των προσλήψεων- πρέπει να απεμπλακεί από παρωχημένες αντιλήψεις περί διοικητικών αρχών και να προχωρήσει τάχιστα στον μετασχηματισμό του ως ενός φορέα η αποστολή του οποίου είναι να σχεδιάζει την εφαρμογή τεκμηριωμένων δημόσιων πολιτικών για την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού.
Γ) Εάν προσθέσει κανείς στις προηγούμενες ελλείψεις και παραλείψεις την παραδοσιακή πελατειακή αντίληψη και πρακτική, την οποία συναντάμε στις μεταβατικές διατάξεις όπως και στις διευρυμένες εξουσιοδοτήσεις για την έκδοση υπουργικών αποφάσεων με τις οποίες θα ρυθμιστούν καίρια ζητήματα που θα έπρεπε να έχουν ρυθμιστεί στο νόμο τον ίδιο, τότε έχουμε μια αμφίλογη εικόνα: Μια πρόθεση μεταρρυθμιστική η οποία, όμως, όχι μόνον δε συνοδεύεται από το σχέδιο εφαρμογής της αλλά πιθανότατα θα καταλήξει να υπηρετεί τον παλιό καλό πελατειασμό και την εύνοια προς ημετέρους.
Μέλλει να αποδειχτεί κατά πόσον οι φόβοι αυτοί θα επιβεβαιωθούν είτε θα διαψευστούν. Η ευχή μας όπως και η αναγκαιότητα της καλής λειτουργίας ενός σύγχρονου ελληνικού διοικητικού κράτους επιτάσσει το δεύτερο.




