Η τελευταία πράξη στο έργο της συζητούμενης αλλά μηδέποτε εφαρμοζόμενης μεταρρύθμισης που αφορά την κατανομή των αρμοδιοτήτων σε κάθε διοικητικό επίπεδο έρχεται από τον νυν Υπουργό Εσωτερικών. Αυτός ανακοίνωσε στο Συνέδριο της ΚΕΔΕ στη Ρόδο ότι θα ομαδοποιήσει και ξεκαθαρίσει τις διάσπαρτες και επικαλυπτόμενες αρμοδιότητες μεταξύ Δήμων, Περιφερειών, Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Κεντρικού Κράτους με βάση τρία κριτήρια:
-Τον τοπικό, περιφερειακό ή εθνικό χαρακτήρα της αρμοδιότητας.
-Τον ορισμό εκείνου του επιπέδου που θα μπορεί να την ασκήσει αποτελεσματικότερα προς όφελος των πολιτών.
-Τον καθορισμό τεκμηρίου αρμοδιότητας κατά δέσμη πολιτικής.
Δεν έδωσε καμία περαιτέρω πληροφορία ως προς τη μέθοδο, τη δομή και ιδίως τις λειτουργικές αλλαγές που πρέπει να επιχειρηθούν για τη δρομολόγηση της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης.
Σε μια αισιόδοξη πρόβλεψη, το έργο θα είναι σχετικά εύκολο αρκεί να αξιοποιήσει με τους κατάλληλους συνεργάτες τη γνώση και την εμπειρία που έχει ήδη συσσωρευτεί.
Σε μια απαισιόδοξη αλλά περισσότερο ρεαλιστική, το θέμα θα καταλήξει πάλι στα αζήτητα παρά την κρισιμότητα και την προφανή σημασία του. Οι λόγοι μπορεί να είναι πολλοί, εκκινώντας από την εργώδη προσπάθεια που πρέπει να καταβληθεί για την ολοκλήρωσή του μέχρι τις πελατειακές συμφύσεις που είναι απαραίτητες για να μπορέσει να διατηρηθεί ένα χαοτικό και απροσδιόριστο πλαίσιο ρυθμίσεων και διαδικασιών. Οι παροικούντες το ελληνικό Δημόσιο γνωρίζουν ότι η έξοδος από τον λαβύρινθο γίνεται πάντα με το αζημίωτο.
Αν οι δυνάμεις του πελατειασμού επικρατήσουν και πάλι, θα έχουμε μια ακόμη απόδειξη της δύναμης που το σύστημα αυτό διαθέτει να υπονομεύει και να ακυρώνει τον εξορθολογισμό του ελληνικού κράτους καθώς και της αδυναμίας των μεταρρυθμιστών που επαγγέλλονται διαφάνεια και ισονομία των πολιτών στις συναλλαγές τους με το Δημόσιο.
Ανατρέχοντας στις σημαντικότερες προσπάθειες ανάταξης των πεδίων πολιτικής που παρεμβαίνει η πολυκέφαλη εκτελεστική λειτουργία αξίζει να μνημονεύσουμε, κατά πρώτον, το μακρινό 2010 όταν μια ομάδα Ελλήνων εμπειρογνωμόνων, εγνωσμένου κύρους, παρέδωσε στον ΟΟΣΑ στοιχεία και ευρήματα από μια επίπονη εργασία στην οποία, για πρώτη φορά, από συστάσεως του ελληνικού κράτους, καταγράφηκαν και ομαδοποιήθηκαν οι αρμοδιότητες των Υπουργείων. Από τότε είχε προκριθεί ως καταλληλότερη δομή για την μεταφορά, συγχώνευση, κατάργησή τους η θεσμοθέτηση της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης. Η έρευνα εκείνη που υιοθετήθηκε στο σύνολό της από τον ΟΟΣΑ και την Τρόικα σκόνταψε, κατά την εφαρμογή της, στην αδράνεια των ελληνικών κυβερνήσεων.
Η επόμενη σημαντική στιγμή ήταν ο Ιανουάριος 2020, όταν ο τότε Υπουργός Εσωτερικών υπέγραψε μια απόφαση για τη σύσταση μιας επιτροπής τεχνοκρατών με αντικείμενο το ξεκαθάρισμα των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της κεντρικής κυβέρνησης. Η επιτροπή εκείνη υιοθέτησε (ξανά) την δομή της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, τονίζοντας τη σημασία της διαρκούς αξιολόγησης των μεταφερόμενων αρμοδιοτήτων στα διαφορετικά επίπεδα διοίκησης. Ατυχώς, και εκείνη τη φορά ουδέν εγένετο.
Από την επόμενη απόπειρα, τη νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργού Μ. Βορίδη, προέκυψε ο ν. 5013/2023. Σ’ αυτόν, η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση απομειώθηκε ως μια επιπλέον αρμοδιότητα του Υπουργού Εσωτερικών. Υπάρχει σ’ αυτόν μια αόριστη αναφορά σε μια τυπολογία των αρμοδιοτήτων σε επιτελικές, υποστηρικτικές, επιχειρησιακές και ελεγκτικές αλλά, εν τέλει, ο νόμος αφήνει τη ρύθμιση όλων των ουσιαστικών θεμάτων σε κάποιες εξουσιοδοτήσεις για την έκδοση υπουργικών αποφάσεων.
Καλείται, μάλιστα, κάθε φορέας του δημόσιου τομέα να εντοπίσει τους λοιπούς εμπλεκόμενους φορείς σε κάθε επίπεδο διακυβέρνησης και να αξιολογήσει τον σκοπό και το αντικείμενο της εκάστοτε δημόσιας πολιτικής, όταν είναι γνωστό ότι κανένα Υπουργείο, Περιφέρεια ή Δήμος δεν έχει τις υποδομές και τις γνώσεις για να εφαρμόσει τέτοιας πολυπλοκότητας εγχειρήματα.
Η άμεση διόρθωση των εσκεμμένων ή μη μεθοδολογικών και επιχειρησιακών σφαλμάτων θα αποτελέσει τη χειροπιαστή απόδειξη ότι η εκκαθάριση των αρμοδιοτήτων δεν είναι πομφόλυγας αλλά ένα ρεαλιστικό σχέδιο που θα τελεσφορήσει.