Το εμβληματικό «κανένας δεν θα μείνει πίσω» χρησιμοποιήθηκε από κόμματα και πολιτικές κινήσεις, από ομάδες πολιτών που θέλουν να συμπεριλάβουν στις δράσεις τους το σύνολο των ενεργών πολιτών στην κοινότητα μέχρι τις εταιρείες προώθησης συστημάτων επικοινωνίας, προεχόντως, δε ηλεκτρονικές. Ο σκοπός τους ήταν κοινός: Να δείξουν ότι η συμπερίληψη των ευάλωτων και των αδυνάτων ήταν προτεραιότητά τους.
Ένα σύνθημα δεν αρκεί, όμως, για να αντικαταστήσει ούτε μπορεί να υποκαταστήσει μια δημόσια πολιτική. Ειδικά, όταν η πολιτική περί ης ο λόγος είναι μεταρρυθμιστική. Τότε εκείνο που μετράει περισσότερο από τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν για την επίτευξή της είναι η στρατηγική της στόχευση. Αυτή δίνει το διαφορετικό νόημα και πρόσημο στις μεταρρυθμίσεις.
Μάλιστα, εάν αναφερόμαστε σε διοικητικές μεταρρυθμίσεις που συναρτώνται με την παροχή υπηρεσιών στους πολίτες έχει σημασία να απαντήσει ο μεταρρυθμιστής εάν οι πολίτες που θα λάβουν την συγκεκριμένη υπηρεσία είναι παθητικοί αποδέκτες της ή ενεργοί σχεδιαστές της. Είναι άλλο πράγμα να σχεδιάζει κανείς μια παρέμβαση έχοντας ως πρόταγμα τις ανάγκες των πολιτών κι άλλο να έχει τις ανταγωνιστικές δυνάμεις στην αγορά και το κόστος της μεταρρύθμισης σε σχέση με το όφελός της.
Εάν η μεταρρύθμιση σχεδιάζεται με επίκεντρο τον πολίτη και μάλιστα εκείνον που είναι ο πιο ευάλωτος η αποκλεισμένος, τότε αυτό πρέπει να αντανακλάται στο τελικό προίόν, στην τελική εκροή της μεταρρύθμισης. Γνωρίζοντας για παράδειγμα ότι στις μικρές κλειστές κοινωνίες οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται αυτούς που έρχονται «απ΄έξω» η ομάδα σχεδιασμού των ΚΕΠ, πριν από 30 χρόνια επέλεξε ως χειριστές του συστήματος ντόπιους. Κάποιους, δηλαδή, που μπορούσαν να εμπιστευτούν οι κάτοικοι του νησιού ή του χωριού για να τους περάσει στη νεά ήπειρο της ψηφιακής εποχής. Είναι βέβαιο ότι η μεταρρύθμιση εκείνη θα είχε αποτύχει εάν είχε, στην αφετηρία της, χειριστές ξένους, ακόμη κι αν ήταν οι καλύτεροι και ευγενέστεροι.
Η αλματώδης εξέλιξη της τεχνολογίας και η συνάρθρωσή της με κολοσσιαία οικονομικά συμφέροντα συμπαρασύρει, ωστόσο, μικρότερες και ασθενέστερες χώρες που είναι καταδικασμένες να καταναλώνουν προϊόντα και υπηρεσίες με προδιαγραφές αναντίστοιχες προς εκείνες που προσιδιάζουν σ’ αυτούς.
Η περίπτωση του ebanking στις ελληνικές τράπεζες είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Η περιπλοκότητα της εφαρμογής που υπακούει σε κάποια στάνταρντς ασφαλείας έχει μεταβάλει ακόμη και απλές συναλλαγές του πολίτη με την τράπεζά του σε καθημερινή οδύσσεια. Κακοσχεδιασμένα δίκτυα και, κυρίως, ανύπαρκτοι μηχανισμοί ανάδρασης έχουν ως αποτέλεσμα πολλοί συμπολίτες μας, μεγαλύτερης ηλικίας ή ειδικών αναγκών, να αποκλείονται από ουσιώδεις για την καθημερινότητά τους συναλλαγές.
Η ηλεκτρονική διοίκηση που, συχνά, εμφανίζεται ως πανάκεια που θα θεραπεύσει κα΄θε διοικητική και οργανωτική δυσλειτουργία υπακούει σε περιορισμούς και δεσμεύσεις που συναρτώνται προς τους ορθολογισμούς των εταιρειών παραγωγής και διάθεσής της. Για την αντιστροφή της κατάστασης, και την προσαρμογή της στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών, πολύ λίγα μπορεί να κάνει μια εθνική, πολλώ δε μάλλον μια τοπική διοίκηση.
Εκείνο το οποίο, όμως, μπορεί, με βεβαιότητα, να κάνει είναι, να χαρτογραφήσει τις αναγκες των πιο ευάλωτων πολιτών και να δρομολογήσει πολιτικές υποστήριξής τους κάνοντας το σύνθημα «κανένας δεν θα μείνει πίσω» πραγματικότητα. Εν τέλει, αυτό δεν συνιστά ούτε πολυέξοδη επιχείριση ούτε περίπλοκη άσκηση στρατηγικής. Συνιστά, πάνω απ΄ όλα, ζήτημα αξιών και θεμελιωδών προσανατολισμών που απαντούν στο πρωταρχικό ερώτημα «Μεταρρυθμίσεις για ποιον;»
ΤΑ ΝΕΑ (έντυπη έκδοση)