Ο Πρόεδρος του ΑΣΕΠ επεσήμανε ότι το Δημόσιο δεν είναι ελκυστικό, αφού 50% εκείνων που συμμετέχουν στους διαγωνισμούς του Δημοσίου δεν αποδέχονται τον διορισμό τους. Μάλιστα, μια επιπλέον διάσταση του προβλήματος που πρέπει να ληφθεί υπόψη από τους κρατούντες, είναι ότι το Δημόσιο προσελκύει, περισσότερο, υποψήφιους με χαμηλά προσόντα παρά υποψήφιους με υψηλή εξειδίκευση.
Σημειωτέον, ότι η κατάσταση αυτή λαμβάνει χώρα την ίδια περίοδο που πολλαπλές απειλές και καταστροφές- φυσικές, ανθρωπογενείς, γεωπολιτικές- υπαγορεύουν την ανάγκη ύπαρξης ισχυρών δημοσίων οργανώσεων που να μπορούν να τις αντιμετωπίσουν. Είναι και για τη χώρα μας κοινή η διαπίστωση ότι από την πανδημία του κορωνοϊού μέχρι τις πλημμύρες στη Θεσσαλία ήταν μόνιμη η επίκληση του κράτους και των υπηρεσιών του για την αντιμετώπισή τους.
Για όσους μελετούν συστηματικά τα του Δημοσίου αυτό που σήμερα τεκμηριώνεται με συγκεκριμένα νούμερα αποτελεί το τέλος μιας διαδρομής απαξίωσης και αποδόμησης του Δημοσίου από ετερογενή συμφέροντα και πεπαλαιωμένες αντιλήψεις. Τόσο η εδραίωση του πελατειασμού με την καταρράκωση της αξιοκρατίας και την επικράτηση του ισοπεδωτισμού όσο και η προνομιακή μεταχείριση ανταγωνιστικών ιδιωτικών οργανώσεων οδήγησαν σ’ αυτό το αποτέλεσμα.
Το Δημόσιο, στα τελευταία είκοσι χρόνια, επιδίδεται σε άτολμες μεταρρυθμίσεις που, ενώ δίνουν την εντύπωση ότι αλλάζουν τα κακώς κείμενα, δεν θίγουν τον πυρήνα του πελατειακού συστήματος οργάνωσης και λειτουργίας του ελληνικού κράτους. Αντίθετα από τις μνημειώδεις μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας ‘90 που περιόρισαν σημαντικά το πελατειακό κράτος (ΑΣΕΠ, ΚΕΠ, Συνήγορος του Πολίτη, «Καποδίστριας») οι επόμενες μεταρρυθμίσεις δεν συνιστούν παρά βήματα σημειωτόν.
Η αδυναμία των κυβερνήσεων να εφαρμόσουν μια ολοκληρωμένη στρατηγική διοικητικής μεταρρύθμισης από τον σχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών, στην εφαρμογή και την αξιολόγησή τους, είχε ως αποτέλεσμα την περιορισμένη επίπτωση ακόμη και μέτρων με θετικό χαρακτήρα (π.χ. οι εφαρμογές ηλεκτρονικής διακυβέρνησης).
Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν ακόμη για τους λόγους που οδήγησαν το ελληνικό Δημόσιο σε απαξίωση. Πλην όμως είναι σημαντικότερο να υπάρξει άμεσα μια θετική ατζέντα με τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν για να ανακόψουν την πορεία αυτή.
Αρχίζοντας από τον προβληματικό τρόπο νομοθέτησης που εξακολουθεί να υποτάσσεται σε συγκυριακές ανάγκες και πελατειακές προτεραιότητες, πρέπει να ενισχυθεί τόσο η διαφάνεια όσο και ο ορθολογισμός στη λήψη αποφάσεων. Δεν μπορεί νομοσχέδια που εισέρχονται προς ψήφιση να βγαίνουν από την Βουλή μεγαλύτερα κατά το ένα τρίτο, με διατάξεις που προστίθενται υπό την μορφή πολυ-τροπολογιών, χωρίς διαβούλευση και τεκμηρίωση. Δεν μπορεί η ανάλυση επιπτώσεων των νόμων να συνεχίσει να είναι μια έκθεση ιδεών, ενώ θα έπρεπε να είναι μια τεκμηριωμένη ανάλυση κόστους, ωφέλειας και διακινδυνεύσεων.
Η απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών θα μπορούσε, μαζί με την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, να αποτελέσουν, τότε, το επόμενο κρίσιμο βήμα. Αλλά και οι δομές θα μπορούσαν να εξορθολογιστούν και να μειωθούν, εάν είχαν γίνει όλα τα προηγούμενα. Τότε και το ανθρώπινο δυναμικό θα μπορούσε να βρεί νόημα στην καθημερινή του εργασία και να σχεδιάσει μια καριέρα.
Για όλα αυτά υπάρχουν μελέτες και υποδείξεις ειδικών, εδώ και χρόνια, που παραβλέπονται συστηματικά. Δεν είναι, όμως, η ώρα για εφησυχασμό ούτε για κομπασμούς δίχως νόημα. Είναι ώρα ανάληψης δράσης. Με όραμα, τόλμη και αποφασιστικότητα!
ΤΑ ΝΕΑ (έντυπη έκδοση)