Αφορμή για το κείμενο που ακολουθεί μου έδωσε μια φροντισμένη έκθεση για την κατασκευή της μυθοπλασίας του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η μορφή του Βενιζέλου έχει απεικονιστεί από πάσης φύσεως καλλιτέχνες, επώνυμους και λαϊκούς, σε πάσης φύσεως υποδοχές, όπως, κοσμήματα, υφάσματα, ζωγραφιές και σε μεταφορές που καλύπτουν το πάνθεον των μυθικών και μη ηρώων της ελληνικής παράδοσης. Ο Βενιζέλος έχει απεικονιστεί ως «Ζεύς Ελευθερίας», ως «νέος Οδυσσεύς», ως «Ηρακλής» και ως «Λεωνίδας». Λατρεύτηκε ως «Μέγιστος των Ελλήνων», «Γίγας», «Προστάτης του Γένους», «Θρίαμβος του Ελληνισμού» και «Τρισμέγιστος Εθνάρχης».
Βεβαίως, αυτή ήταν η μία αφορμή. Η άλλη, ήταν η αναπόφευκτη σύγκριση με τους πολιτικούς «ηγέτες» των τελευταίων χρόνων. Και εν μέσω της εκδηλούμενης αποσυνθέσεως του πολιτικού συστήματος (αλλά και των ταυτόχρονων διαδικασιών αναγέννησής του), θεωρούμε ότι αξίζει- ότι είναι, μάλιστα, επιβεβλημένο- να γνωρίζουμε καλώς, γιατί η σύγκριση είναι συντριπτική εναντίον των νυν ηγετών.
Έχουμε αναφερθεί ξανά στο θέμα της Ηγεσίας και, για αυτό, σήμερα δεν θα επαναλάβουμε τα θεωρητικά προαπαιτούμενα και τη βιβλιογραφία περί του Ηγέτη. Μάλιστα, δεν θα αναφερθούμε ούτε στα πολυσυζητημένα εθνικά θέματα για τα οποία ο Βενιζέλος είναι γνωστός στο Πανελλήνιο. Θα αναφερθούμε, μόνο, σε ορισμένα εσωτερικά επιτεύγματά του, σε ορισμένες μεταρρυθμίσεις τις οποίες επεχείρησε και επέτυχε. Ο σκοπός μας είναι να δείξουμε, πρώτον, τι εννοείται ως μεταρρύθμιση (και, εξ αντιδιαστολής, τι δεν είναι μεταρρύθμιση) και δεύτερον, πως οι μεταρρυθμίσεις είναι αναπόφευκτες στη σύνδεσή τους τόσο με το πρόσωπο του/των μεταρρυθμιστών όσο και, κυρίως, με εκείνους που τους αφορούν: Είναι, δηλαδή, par excellence, πολιτικές πράξεις.
Θέλουμε, δηλαδή, να δείξουμε ότι η επιγενόμενη λατρεία και η οιονεί ιεροποίηση του Βενιζέλου, ο οποίος παραμένει για τον Ελληνισμό ο μεγαλύτερος και πλέον διακεκριμένος Ηγέτης του, δεν συναρτάται ούτε με κάποια μεταφυσική προδιάθεση ημών των Ελλήνων ούτε με την επικράτηση κάποιων τάσεων ρομαντισμού στην ιστορία μας- όπως πολλαπλώς έχει λεχθεί από διάφορους «ειδήμονες» αναθεωρητές ιστοριογράφους- αλλά με την αξιολόγηση της προσφοράς και του έργου του ανδρός- και, ιδίως, με την αναγνώριση του μεταρρυθμιστικού του έργου.
Στις επτά φορές, λοιπόν, που ο Βενιζέλος λειτούργησε ως πρωθυπουργός κατάφερε και ολοκλήρωσε μια σειρά μεταρρυθμίσεων με βάση τις οποίες μπόρεσε να εντάξει την νέα Ελλάδα μεταξύ των σύγχρονων αστικών κρατών. Δεν ήρκεσε, δηλαδή, στον Βενιζέλο η απελευθέρωση της πατρίδας από τον οθωμανικό ζυγό (αν και από μόνο του, τούτο θα συνιστούσε ένα τεράστιο επίτευγμα). Ο Βενιζέλος ήθελε- και κατάφερε- να μετατρέψει την καθημαγμένη Ελλάδα σε μια εντελώς άλλη χώρα: Μια Ελλάδα που δημιουργεί, που δεν συντηρεί, απλώς, το αρχαίο κλέος της, αλλά μεγαλουργεί.
Δύο είναι τα θεμέλια επί των οποίων στηρίχθηκαν οι μεταρρυθμίσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου: Η αποκατάσταση της λειτουργίας του κράτους δικαίου και η δημιουργία/σταθεροποίηση του κοινωνικού κράτους. Η αποκατάσταση της καλής λειτουργίας του κράτους δικαίου ήταν η απάντηση στη χειραγώγηση του πολιτεύματος από τα ανάκτορα, στον αυταρχισμό των τσιφλικάδων, καθώς και στην αγριότητα της εκμετάλλευσης των αδυνάτων από εγωκεντρικούς ηγήτορες που διαφέντευαν την οικονομία και την κοινωνία με κέντρο το δικό τους, προσωπικό συμφέρον.
Κορωνίδα των μεταρρυθμίσεων αυτών του Βενιζέλου αποτελεί η τροποποίηση του συντάγματος 1864 (του μακροβιότερου ελληνικού συντάγματος) με την οποία κατοχύρωσε τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπως εκείνο της ιδιοκτησίας και της αναδιανομής των γαιών. Μεταξύ των αλλαγών που επέφερε στο Σύνταγμα, περιλαμβάνονται ρυθμίσεις μεγάλης σημασίας για την εδραίωση ενός φιλελεύθερου κοινωνικού κράτους, όπως είναι η defactoκατοχύρωση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και η ισοβιότητα των δικαστών- μ΄ άλλα λόγια, μεταρρυθμίσεις οι οποίες είχαν προηγηθεί σε όλες τις δυτικές χώρες της Ευρώπης, έλκοντας την απαρχή τους από την Γαλλική Επανάσταση. Απολύτως σημαντική υπήρξε, επίσης, η ενεργοποίηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, θεσμού απαξιωμένου από την προσπάθεια του Άνακτος να το εκτρέψει από την αρχική του ιδέα, ως ελεγκτή της τήρησης της νομιμότητας των πράξεων του ίδιου του κράτους. Εκτιμάται ότι η αναθεώρηση του 1911 επεσκίασε το φιλελεύθερο και σημαντικό Σύνταγμα του 1864- αφού, εν τοις πράγμασιν, ο Βενιζέλος πραγματώνει όσα ο Τρικούπης είχε ενορατικά κατοχυρώσει προηγουμένως[1].
Μπορεί να συγκρίνει κανείς εκείνο το μεταρρυθμιστικό κρεσέντο με όσα συζητούνται σήμερα για τις επιδερμικές, έστω, αλλαγές του Συντάγματός μας; Μπορείτε να φαντασθείτε τον Βενιζέλο να «ψειρίζει» το άρθρο για την διεύρυνση της ευθύνης των Υπουργών επί 4-5 χρόνια; Μπορείτε να φαντασθείτε τον Βενιζέλο να ασχολείται επί μήνες/έτη με το εάν θα υπάρξουν ιδιωτικά πανεπιστήμια στην Ελλάδα την στιγμή όπου τα ιδιωτικά «κολλέγια» λειτουργούν ήδη εδώ και χρόνια;
Για να κάνουμε ακόμη πιο ορατή τη διαφορά της πολιτικής του Ηγέτη από την μικροπολιτική των σημερινών διαχειριστών της εξουσίας, θα αναφέρουμε, εν συνεχεία, τρεις διακριτούς τομείς πολιτικής στους οποίους ο Βενιζέλος επεχείρησε μεταρρυθμίσεις μεγάλης κλίμακας. Αυτές τίθενται εν κινδύνω, το πρώτον, μια εκατονταετία μετά, με τις λεγόμενες «μνημονιακές πολιτικές» που εφαρμόζει η Ελλάδα κατά την τελευταία περίοδο διακυβέρνησης της (2010-εντεύθεν). Περιττό να λεχθεί ότι στη θέση του Βενιζέλου βρίσκονται πολιτικοί οι οποίοι, μετά από μια εκατονταετία, θα έχουν, μετά βεβαιότητας, περιπέσει στη λήθη της ιστορίας.
Πεδίο πολιτικής: Εργασία
Ο Βενιζέλος κατοχύρωσε τον συνδικαλισμό και το συνεταιρίζεσθαι (ν. 281/1914). Θέσπισε και εφάρμοσε την αποζημίωση για τα εργατικά ατυχήματα (ν. 551/1914). Οι διατάξεις αυτές τροποποήθηκαν αρκετές φορές, εν συνεχεία, πλην όμως ο πυρήνας των δικαιωμάτων που θέσπιζαν, παρέμεινε αλώβητος. Ο Βενιζέλος δημιούργησε τα επιμελητήρια, με σκοπό την οργάνωση των επιχειρηματιών και, εν παραλλήλω, μια ειδική δομή (επιθεώρηση εργασίας) για την επιβολή κυρώσεων σε όσους παραβίαζαν την εργατική νομοθεσία. Επί Βενιζέλου, εισήχθη η Κυριακή αργία, δημιουργήθηκαν ταμεία αλληλοβοήθειας και αυστηροποιήθηκαν οι όροι της παιδικής απασχόλησης.
Οι αλλαγές που συντελούνται στην ελληνική αγορά εργασίας, εκατό χρόνια μετά, με αφορμή την οικονομική κρίση και τα μνημόνια «για τη στήριξη της ελληνικής οικονομίας» οδηγούν, αντίθετα, στην απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και τη συρρίκνωση της πολιτικής απασχόλησης υπέρ μιας πολιτικής ενίσχυσης του ανταγωνισμού και, συνακόλουθης μείωσης του εργασιακού κόστους. Τα βασικά εργαλεία για την επίτευξη του μείζονος αυτού στόχου συμπεριλαμβάνονται στην εισαγωγή μιας ποικιλίας ρυθμίσεων και μέτρων για την ενθάρρυνση και την ανάπτυξη της ευελιξίας της εργασίας. Έτσι, επιχειρείται η απορρύθμιση της βενιζελικής πολιτικής απασχόλησης με τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα του αδύνατου πόλου της εργασιακής σχέσης να υποχωρούν, ενώ τα δικαιώματα του εργοδότη να ενισχύονται. Οι συντελούμενες αλλαγές στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων εκδηλώνονται σε τέσσερις βασικούς άξονες του περιεχομένου της μισθωτής εργασίας: Στην υποβάθμιση του ρόλου της πλήρους και σταθερής απασχόλησης υπέρ των ευέλικτων μορφών εργασίας που συνεπάγονται περιορισμένες αμοιβές και δικαιώματα, στην αποδιάρθρωση του τρόπου διαμόρφωσης των συλλογικών συμβάσεων και του τρόπου καθορισμού των αποδοχών, στην ελαστικοποίηση του χρόνου εργασίας με την απόλυτη προσαρμογή του στις ανάγκες της επιχείρησης και, τέλος, στην άμβλυνση των όρων της προστασίας από τις απολύσεις. Για του λόγου το αληθές, αρκεί να αναγνώσει κανείς τους νόμους που προκλήθηκαν εκ της εφαρμογής του πρώτου μνημονίου:
- Επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας με τις οποίες κάμπτονται/καταργούνται οι συλλογικές συμβάσεις (ν. 4024/2011).
- Μείωση αποζημίωσης απόλυσης με ή χωρίς προειδοποίηση (ν. 3863/2010, ν. 3899/2010).
- Αύξηση χρονικού διαστήματος μεταροπής σύμβασης αορίστου σε ορισμένου χρόνου (ν. 3986/11).
- Αύξηση χρονικού διαστήματος δανεισμού εργαζομένων (ν. 3899/10).
Τα συμπεράσματα είναι προφανή. Εάν στην αποδόμηση των εργασιακών σχέσεων προσθέσει κανείς και τις στρατιές των ανέργων/υποαπασχολούμενων που δημιουργήθηκαν στο ίδιο διάστημα, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η ακολουθούμενη σήμερα πολιτική είναι διαμετρικά αντίθετη εκείνης που ο Βενιζέλος εφάρμοσε.
Πεδίο πολιτικής: Αγροτική πολιτική
Αδιαμφισβήτητα, η αναδιανομή των γαιών υπήρξε κεντρική επιλογή στην αγροτική πολιτική του Βενιζέλου. Αυτή δεν άλλαξε, απλώς, τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, αλλά εγκατέστησε, στην πράξη, την ισονομία και την ισοπολιτεία μεταξύ των Ελλήνων πολιτών- χωρίς πάντως να δημιουργεί ένα σύστημα σοσιαλιστικής/κομμουνιστικής ισοπέδωσης. Εντός μιας δεκαετίας (1910-1920) ο Βενιζέλος απέδωσε εκατομμύρια στρέμματα γης σε ακτήμονες: Από τα επτά εκατομμύρια καλλιεργούμενα στρέμματα του θεσσαλικού κάμπου, τα τεσσερισήμιση ανήκαν σε 250 μεγαλο-τσιφλικάδες. Ο Βενιζέλος δεν απαλλοτρίωσε τις ιδιοκτησίες τους υπέρ του κράτους. Αποζημίωσε τους κατέχοντες και τις αναδιένειμε σε ακτήμονες οι οποίοι κατέστησαν- και αυτοί- ιδιοκτήτες [Αρθρ. 17 Συντάγματος 1911: Ουδείς στερείται της ιδιοκτησίας αυτού, ειμή δια δημοσίαν ωφέλειαν προσηκόντως αποδεδειγμένην, ότε και όπως ο νόμος διατάσσει, πάντοτε δε προηγουμένης αποζημιώσεως.....Η αποζημίωσις ορίζεται πάντοτε δια της δικαστικής οδού...Προ της καταβολής της οριστικής ή προσωρινής ορισθείσας αποζημιώσεως, διατηρούνται ακέραια πάντα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτου, μη επιτρεπομένης καταλήψεως].
Ο Βενιζέλος οργάνωσε αναλόγως το Υπουργείο Γεωργίας και έδωσε μεγάλη προσοχή στην γεωργική εκπαίδευση.
Εκατό χρόνια μετά, στο πλαίσιο της ενιαίας ευρωπαϊκής πολιτικής (Κοινή Αγροτική Πολιτική/ ΚΑΠ), η ελληνική αγροτική παραγωγή συμπιέζεται. Όχι μόνον, διότι, κατά τα προηγούμενα χρόνια (και από δικές της αδυναμίες και αβελτηρίες) δεν κατάφερε να αναδιαρθρώσει τις καλλιέργειες ούτε να ξεφύγει από την «πολιτική» των επιδοτήσεων (η οποία απετέλεσε, πάντως, την αιχμή του δόρατος της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής). Τόσο, όμως, η ευρωπαϊκή όσο και η εθνική πολιτική δείχνουν να μην μαθαίνουν από τα λάθη τους. Οι όροι και οι προϋποθέσεις άσκησης του αγροτικού επαγγέλματος εξακολουθούν να καθορίζονται αυστηρά από τις Βρυξέλλες υπό την μορφή ανελαστικών υποδείξεων: Σύμφωνα με τη νέα ΚΑΠ, η χώρα διαιρείται σε 3 περιφέρειες ανάλογα με τις καλλιεργούμενες εκτάσεις: Οι αροτραίες καλλιέργειες (θα πρέπει να) εκτείνονται σε 20 εκατ. στρέμματα και οι αγρότες που τις καλλιεργούν να εισπράξουν 850 ΜΕ. Όσοι έχουν δενδρώδεις εκτάσεις και αμπελώνες δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα 10 εκατ. στρέμματα προκειμένου να μοιραστούν 470 εκατ. ενώ όσοι ασχολούνται με βοσκότοπους θα πρέπει να μοιραστούν 440 εκατ. [ΚΑΠ]
Οι αγρότες, εδώ και χρόνια, έχουν μετατραπεί σε οιονεί δημοσίους υπαλλήλους. Γιατί να υπάρξει κίνητρο βελτίωσης της παραγωγής ή της καινοτομίας, όταν είναι γνωστό, από πριν, πόση είναι η επιδότηση που θα μοιραστεί; Αντί η κοινοτική και εθνική αγροτική πολιτική να μάθει τους αγρότες να «ψαρεύουν» (κατά την παλαιά κινεζική παροιμία) τους χαρίζει ένα ψάρι. Κάνει, δηλαδή, ακριβώς το αντίθετο από την λογική του Βενιζέλου, όταν δημιουργούσε νέους ιδιοκτήτες γης. Εκεί υπήρχε το πλαίσιο ανάπτυξης πρωτοβουλίας και δημιουργίας, ενώ εδώ;
Δεν λείπει όμως μόνον αυτό: Η ΚΑΠ «κλείνει το μάτι» στους μεγαλογαιοκτήμονες και όχι στον μικρό κλήρο. Για παράδειγμα, ενώ η βασική ενίσχυση για κάποιον που καλλιεργεί ένα από τα 11, αυστηρά προσδιοριζόμενα, είδη της ΚΑΠ είναι στο 54% της απαιτούμενης δαπάνης, προβλέπεται η αύξησή της κατά 30% αλλά, μόνο για αυτούς που έχουν πάνω από 100 στρέμματα καλλιεργειών!
H ισοπέδωση αντί της ποικιλότητας και της διαφοροποίησης έχει ως αποτέλεσμα η ελληνική γεωργία, ενώ εξακολουθεί να απορρροφά σημαντικά ποσά (αν και, συγκριτικά με το παρελθόν, λιγώτερα) να μην μπορεί, σήμερα, να καλύψει στοιχειώδεις ανάγκες του κοινωνικού σχηματισμού: Ενώ το 1961 παράγονταν 12.586 τόνοι φακές και το 1981 8.451 τόνοι, το 2011 η παραγωγή έπεσε στους 2.856 τόνους. Κι ενώ το 1961, αντίστοιχα, παράγονταν 13.365 τόνοι ρεβίθια, το 1981 12.694 τόνοι το 2011, φθάσαμε στους 2.200 τόνοι. Αποτέλεσμα: Εκροή συναλλάγματος για εισαγωγή οσπρίων από τα πέρατα της Γης: Φασόλια από την Κίνα, μαυρομάτικα από το Περού και τη Μαδαγασκάρη, φακές από τον Καναδά, ρεβίθια από το Μεξικό και την Τουρκία, κουκιά από τη Συρία.
Η διάβρωση του συνεταιριστικού κινήματος που ανδρώθηκε επί Βενιζέλου από την κομματοκρατία και την πελατοκρατία, στέρησε, επί πλέον, από τους αγρότες την δύναμη πυρός που χρειάζονται, προκειμένου να προστατεύσουν το εισόδημά τους και τις ανάγκες του κοινωνικού σχηματισμού. Μόνη αποτελεσματική απάντηση στη δεινή θέση που έχουν περιέλθει φαίνετΙ να είναι ένας νέος συνεργατισμός. Παρατηρούμε σποραδικές μεν, τακτικές δε, ομαδικές δράσεις αγροτών, με τις οποίες επιχειρούν να αποκαταστήσουν κάποιες από τις απώλειες που υφίστανται λόγω της ευρωπαϊκής και εθνικής αγροτικής πολιτικής. Η αντιστάθμιση περιλαμβάνει τόσο τη μείωση του κόστους παραγωγής (π.χ. κοινή χρήση ή αγορά μηχανημάτων, εγκαταστάσεων και γεωργικών εφοδίων), όσο και την κοινή πώληση ή εμπορία των πρωτογενών προϊόντων, ή ακόμη και με τη μεταποίηση αυτών (αυξημένη προστιθέμενη αξία).
Τελευταίο αλλ’ όχι έσχατο: Σημαντικό πρόβλημα για την ανταγωνιστικότητα του πρωτογενούς τομέα εξακολουθεί να αποτελεί το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των απασχολουμένων στον τομέα, καθώς ποσοστό 14,3% δεν έχει απολυτήριο δημοτικού, 69,5% είναι απόφοιτοι δημοτικού, 15% απόφοιτοι γυμνασίου ή λυκείου και μόλις το 1,2% είναι απόφοιτοι ΑΕΙ ή ΤΕΙ. Παρά τη δημιουργία, προ δεκαετίας, του υποστελεχωμένου ΟΓΕΕΚΑ «Δήμητρα», η εκπαίδευση των αγροτών περιορίστηκε μόνο στην υποχρεωτική, από την ευρωπαϊκή νομοθεσία, βασική εκπαίδευση των ενταγμένων στα ευρωπαϊκά προγράμματα «νέων γεωργών» και δεν υπήρξε καμία ουσιαστική επαγγελματική κατάρτιση για το σύνολο των αγροτών. Ουσιαστικώς, και στον τομέα αυτόν, η πολιτική επιμόρφωσης των αγροτών που ξεκίνησε δυναμικά ο Βενιζέλος ακυρώθηκε από τους επήλυδες.
Πεδίο πολιτικής: Δημόσια Υγεία
Ο Βενιζέλος ιδρύει, το πρώτον (1917) Υπουργείο Περιθάλψεως το οποίο εξελίσσεται σε Υπουργείο Υγείας. Μέσα από αυτό ανάγει την υγεία των Ελλήνων σε δημόσιο αγαθό και την εγγυάται. Θέτει επίσης τους κανόνες άσκησης της ιατρικής και του ιατρικού επαγγέλματος (ν. 4063/1912). Κατά τα χρόνια εκείνα, υπήρχε στην Ελλάδα υψηλός δείκτης θνησιμότητας του πληθυσμού και, γι αυτό, ο Βενιζέλος συνεργάστηκε στενά με την Κοινωνία των Εθνών, ιδίως, για τον περιορισμό της παιδικής θνησιμότητας. Θέσπισε τις προληπτικές υγειονομικές εξετάσεις και θεσμοθέτησε τον «σχολίατρο».
Ενδεικτική της κοινωνικής ευαισθησίας του Ηγέτη ήταν και η δημιουργία αυτοτελούς Υπουργείου Πρόνοιας για την μέριμνα υπέρ των ασθενεστέρων.
Εκείνο, όμως, το οποίο δείχνει την μεγάλη πολιτική εμβέλεια του Βενιζέλου είναι η εκπόνηση ενός συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (ν. 5733/22) την εφαρμογή του οποίου ακύρωσε, δυστυχώς, ο Τσαλδάρης που τον διαδέχθηκε.
Σήμερα, η δημόσια υγεία βρίσκεται σε μια φάση αποδόμησης. Μετά από δεκαετίες σπατάλης και κακοδιοίκησης, ιδίως της άφρονος μεταπολίτευσης, η πολιτική των μνημονίων διόρθωσε ορισμένα από τα κακώς κείμενα με ένα τεράστιο κόστος το οποίο οδήγησε σε ανθρωπιστική και κοινωνική κρίση.
Η ακολουθούμενη πολιτική επιβάλλει μια αδικαιολόγητα μεγάλη μείωση των ανθρώπινων, τεχνολογικών και οικονομικών πόρων της δημόσιας υγείας.Η δημόσια δαπάνη στην υγεία, η οποία, σημειωτέον, ήταν από τις χαμηλότερες μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ (από 5,7% τo 2009 σε 4,0% περίπου το 2012 με βάση το 2009) περιορίστηκε δραστικά με περιορισμό της φαρμακευτικής δαπάνης. Αν αυτός ο περιορισμός ήταν σχετικώς επιθυμητός, ο περιορισμός της δαπάνης λειτουργίας του νοσοκομειακού τομέα και, ειδικότερα, της βιοϊατρικής τεχνολογίας απεδείχθη εξαιρετικώς δυσχερής. Αν οι προηγούμενες περικοπές είναι, σχετικώς, νομιμοποιημένες εκείνη που σίγουρα δεν είναι, είναι η μείωση της δαπάνης της δημόσιας ασφάλισης υγείας.
Αυτή, σε συνδυασμό με τη γενικότερη οικονομική ύφεση και την δραστική μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών οδηγεί σε σημαντικότατη περιστολή της ιδιωτικής δαπάνης για αγαθά και υπηρεσίες υγείας (>35% το 2011και >50% το 2012), η οποία προ της κρίσης αντιστοιχούσε περίπου στο 40% της συνολικής δαπάνης υγείας.
Είναι κοινός τόπος μεταξύ των ειδικών επιστημόνων ότι η προηγούμενη συνθήκη επιφέρει σοβαρά πλήγματα στην υγεία του πληθυσμού (αύξηση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας), τα οποία κατανέμονται διαφορετικά στις κοινωνικές ομάδες (με επιβάρυνση των μη ευνοημένων κοινωνικών ομάδων)
Εν κατακλείδι
H αντιπαραβολή των μεταρρυθμίσεων του Βενιζέλου και των ψευδο-μεταρρυθμίσεων του παρόντος δείχνει, αν μη τι άλλο, πάντως, την αντίθετη λογική στην οποία κινούνται. Είναι σαφής η διαφορετική πολιτική λογική πίσω από τις δύο: Η μια στοχεύει στην κοινωνική ενσωμάτωση όσων μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού γίνεται, ενώ οι σύχρονες στην απο-διαφοροποίηση και την κοινωνική αποσύνθεση.
Προβάλλεται, συχνά, ως επιχείρημα των κυβερνώντων ότι οι σημερινές αλλαγές αποτελούν αναπόφευκτη, επιβεβλημένη εξέλιξη λόγω της οικονομικής χρεωκοπίας. Πέραν της πολιτικής υποκρισίας, αφού όσοι το επικαλούνται είναι αυτοί οι ίδιοι οι οποίοι οδήγησαν την χώρα στη χρεωκοπία, υπάρχει και μια υπερ-απλούστευση: Η ποσότητα και η ποιότητα των μέτρων λιτότητας καθορίστηκαν σε σημαντικό βαθμό από τις ελληνικές πολιτικές ηγεσίες. Ακόμη, όμως, κι αν δεν ευσταθεί το επιχείρημά μας, αντιλαμβάνεσθε σε τί περιβάλλον επεχείρησε τις δικές του αλλαγές ο Βενιζέλος; Η Ελλάς, τότε, όχι μόνον μόλις είχε βγει καθημαγμένη από έναν πόλεμο, αλλά και το εσωτερικό της μέτωπο ήταν πολύ πιο διαιρεμένο απ’ ότι τώρα.
Τι είναι λοιπόν εκείνο που καταξιώνει τον Βενιζέλο ως Ηγέτη και δημιουργεί, εν συνεχεία, τη μυθοπλασία που αναφέραμε στη αρχή του άρθρου μας; Είναι, πανω απ’ όλα, η φιλοπατρία του. Είναι το οραμα μιας μεγάλης Ελλάδας, η αποκατάστασή της στον σύγχρονο κόσμο. Είναι εν συνεχεία η ικανότητα του Ηγέτη να δημιουργεί συμμαχίες, να επικοινωνεί με τον λαό, να διερμηνεύει σωστά τις ανάγκες του, να τον υποκινεί, να τον καθιστά συμμέτοχο στην προσπάθεια.
Κλείνοντας και προσπαθώντας να απαμβλύνουμε την μελαγχολική διάθεση που αναπόφευκτα, οι συσχετίσεις δημιουργούν, μόνο η ισοτρία θα απαντήσει, εάν ζούμε σε μια ιστορική στιγμή που μπορεί να αναδείξει έναν νεό Βενιζέλο. Δεν μένει παρά να εργαζόμαστε για τις πραγματικές μεταρρυθμίσεις και να προσδοκούμε την στιγμή της έλευσής του.
[1] Δημητρόπουλος Α., Αντωνίου Θ, Το Σύνταγμα του 1911, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιον Αθηνών