Με αφορμή την έκθεση της ΕΕ για το Κράτος Δικαίου, ο Παναγιώτης Καρκατσούλης φωτίζει τα κρίσιμα σημεία που είτε σκόπιμα συσκοτίζονται είτε αδυνατούν να κατανοήσουν οι "επιτελείς", τονίζοντας ότι ο καλύτερος τρόπος αξιοποίησής της είναι η άμεση δρομολόγηση των μέτρων που προτείνονται σε κάθε ένα από τα προβληματικά πεδία.
Κάθε φορά που παρουσιάζεται μια έκθεση ενός διεθνούς οργανισμού έχω την εντύπωση ότι κάτι δεν πάει καλά. Μια από τις «πάγιες παθογένειες» του πολιτικο-διοικητικού μας συστήματος είναι η ηθελημένη/αθέλητη αδυναμία των κυβερνήσεων και του πολιτικού συστήματος, εν γένει, (συμπεριλαμβανόμενων των ΜΜΕ) να αντιληφθούν που βρίσκονται τα πραγματικά προβλήματα και κατά πόσον οι λύσεις που προτείνονται έχουν ή δεν έχουν βαρύτητα.
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές μου έδωσε η τελευταία έκθεση της ΕΕ για το κράτος δικαίου. Εξαιρουμένων των θριαμβολογιών της κυβέρνησης η έκθεση δεν προκάλεσε καμία αντίδραση. Ήταν, όμως, αυτό αποτέλεσμα των ανούσιων διαπιστώσεων κα συστάσεων της Επιτροπής ή αποτέλεσμα της ηθελημένης συσκότισης ορισμένων κρίσιμων σημείων ή/και της αδυναμίας των «επιτελών» να κατανοήσουν τα οικεία σημεία της έκθεσης;
Ας δούμε τα πιο σημαντικά σημεία της:
- Η έκθεση κρίνει ότι η Ελλάδα έμεινε στάσιμη σε σχέση με την προηγούμενη αξιολόγησή της, του 2025.Μαζι με αυτήν έμειναν στην ίδια τάξη κι άλλα κράτη μέλη- χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει κάτι ιδιαίτερο για τη δική μας χώρα, αφού ούτε τα προβλήματα ούτε οι προτεινόμενες λύσεις ήταν ή είναι όμοιες. Η κυβερνητική προπαγάνδα που εμμέσως και πλαγίως συμπεριλαμβάνει τη δική μας χώρα σε μια κατηγορία με άλλες χώρες πολύ πιο αναπτυγμένες (πχ. Ολλανδία) γίνεται εκ του πονηρού.
- Καμία αναφορά δεν έγινε σε μια αξιοπρόσεκτη διατύπωση της Επιτροπής, κατά την οποία διαπιστώνει δικά της ελλείμματα όσον αφορά την υπεράσπιση των «θεμελιωδών δικαιωμάτων» στα κράτη-μέλη καθώς και την «κανονικοποίηση της χρήσης των έκτακτων νομοθετικών διαδικασιών». Ένας πρόσφορος τρόπος παράκαμψης ή «χαλαρής» εφαρμογής συστάσεων και υποδείξεων των υπερεθνικών οργανώσεων είναι η μη ενεργή συμμετοχή μας στον τρόπο με τον οποίο επιλέγουν και προτεραιοποιούν δράσεις και αξίες. Λάθη, παραλείψεις αλλά και επιτυχίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αντανακλούν και δικά μας λάθη και δικές μας παραλείψεις.
- Στα θετικά της, η έκθεση επικεντρώνεται σε εργαλειακού τύπου αλλαγές και την πρόοδο που αφορά τη βελτίωση των ρυθμών ψηφιακοποίησης, των υποδομών και της στελέχωσης. Η χύδην παράθεση ορισμένων στοιχείων προόδου δεν επιτρέπει, όμως, στον αναγνώστη ή στο επιτελικό στέλεχος της δημόσιας διοίκησης να συμπεράνει χωρίς επιφυλάξεις εάν η αναφερόμενη πρόοδος είναι ποιοτικά και ποσοτικά εκείνη που θα έπρεπε, δεδομένης της συγκυρίας (πχ. εάν οι βελτιώσεις στις βασικές υποδομές είναι αποτέλεσμα ενός σχεδιασμού ή της διάθεσης των έξτρα πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας).
- Η καταγραφή των προβλημάτων που ακολουθεί, παραπέμπει στα βασικά ελλείμματα της χώρας: Η ελλιπής αντιμετώπιση της υψηλής διαφθοράς, η μη πρόοδος στο θέμα της άσκησης πιέσεων από ομάδες συμφερόντων (lobbying) αποτελούν, ιεραρχικά, τα σοβαρότερα. Σημειωτέον ότι στη χώρα δεν υπάρχει συζήτηση περί υψηλής ή χαμηλής διαφθοράς παρά μόνον μεταξύ των επαϊόντων. Η δημόσια συζήτηση κυριαρχείται από λαϊκιστικές απόψεις που δαιμονοποιούν κάποιους «ολιγάρχες» εγκλωβίζοντας τη συζήτηση σ’ ένα ηθικολογικό όριο ενώ συσκοτίζουν τη φύση της υψηλής διαφθοράς, τις δομές και τις διαδικασίες που ακολουθούν οι διεφθαρμένοι. Εννοείται ότι οι πάσης φύσεως στρατηγικές για την καταπολέμησή της μένουν στα χαρτιά, αφού δεν υπάρχει ούτε ένας συνακόλουθος επιχειρησιακός σχεδιασμός ούτε- κι αυτό είναι το σημαντικό-πολιτική βούληση για την αντιμετώπισή της. Σημειωτέον ότι αυτό συμβαίνει, ενώ αλλεπάλληλα σκάνδαλα εμπλέκουν κυβερνητικούς αξιωματούχους υποδηλώνοντας την ύπαρξη υψηλής διαφθοράς.
Ακριβώς, η ίδια αμήχανη διαχείριση παρατηρείται εκ μέρους των κυβερνητικών στελεχών όσον αφορά την πολιτική για τον περιορισμό της άσκησης πιέσεων με σκοπό την ευνοϊκή μεταχείριση συγκεκριμένων οικονομικών παραγόντων (lobbying). Mόνο τριάντα πέντε (35) λομπίστες εμφανίζονται σε μια χώρα που η δημόσια σφαίρα όζει και βρίθει σκανδάλων και διαπλοκής πολιτικών και οικονομικών παραγόντων. Εδώ, ακριβώς, η έκθεση της Κομισιόν για το κράτος δικαίου επισημαίνει τις καθυστερήσεις, τις διαδικαστικές και πρακτικές περιπλοκές που αφορούν την ασυλία μελών της κυβέρνησης. Αυτή συνιστά έναν σημαντικό αποτρεπτικό παράγοντα για τη διερεύνηση/δίωξη υποθέσεων διαφθοράς υψηλού επιπέδου. Είναι χαρακτηριστικό το στοιχείο που αναφέρεται στην έκθεση, σύμφωνα με το οποίο 99% των πολιτών θεωρούν ως δεδομένη την υψηλή διαφθορά. Αυτή και μόνη θα αρκούσε για την άμεση λήψη μέτρων.
- Ένα ακόμη στοιχείο το οποίο αναφέρεται, παγίως, ως εξόχως αρνητική παράμετρος στην αντιμετώπιση της υψηλής διαφθοράς είναι η αργοπορία των δικαστηρίων στην έκδοση των αποφάσεων. Παρά την μικρή βελτίωση που έχει επέλθει, εξακολουθούν να απαιτούνται 737 ημέρες για την έκδοση μιας πρωτοβάθμιας απόφασης, ο αριθμός των τελεσίδικων αποφάσεων παραμένει χαμηλός και 462 υποθέσεις διαφθοράς παραμένουν εκκρεμείς. Μια συνήθης στρέβλωση, εδώ, είναι η κατανόηση του προβλήματος ως τεχνικού, με αποσιώπηση των ουσιαστικών ζητημάτων που οδηγούν σε καθυστερήσεις (βλ. πολυνομία-κακονομία-στρεψονομία, νομικίστικες κατανοήσεις διαδικασιών και ανοίκειες παρεμβάσεις από πολιτικούς παράγοντες και τους συν αυτώ στην απονομή της δικαιοσύνης).
Συνυπολογίστε ότι μόνο 33% των πολιτών θεωρούν τα δικαστήρια και τους δικαστές ανεξάρτητους. Το μείγμα της αναποτελεσματικότητας της δικαιοσύνης, συνδυαζόμενο με το υψηλό ποσοστό των πολιτών που δεν την εμπιστεύονται, αποτελεί άκρως ανησυχητική ένδειξη για την θεσμική υγεία της πολιτείας μας.
Η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς δεν περιορίζεται στην δικαιοσύνη. Στην έκθεση αναφέρεται ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν εμπιστεύονται τις ελεγκτικές αρχές σε βαθμό τέτοιο που κατατάσσει τη χώρα στην τελευταία θέση στη σχετική λίστα.
- Τελευταίο εξ ίσου σημαντικό σημείο της έκθεσης είναι εκείνο που αναφέρεται στην ελευθερία των ΜΜΕ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η έκθεση αναφέρει ότι η ανεξαρτησία της δημόσιας τηλεόρασης βρίσκεται σε «υψηλό κίνδυνο» και ότι οι δημοσιογράφοι εξακολουθούν να «βρίσκονται αντιμέτωποι με απειλές και πιέσεις».
Μια έκθεση για το κράτος δικαίου με αυτό το περιεχόμενο σηματοδοτεί μια ανησυχητική εκτίμηση για μια χώρα της ΕΕ και, πάντως, δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει κανείς ότι η έκθεση δεν εξαίρει τις επιδόσεις μας. Σε πλήρη διάσταση απόψεων και κρίσεων με τον Πρωθυπουργό που δήλωσε ότι «η έκθεση της ΕΕ για το κράτος δικαίου αποτελεί την καλύτερη απάντηση στις έωλες κατηγορίες της αντιπολιτευτικής προπαγάνδας και ότι αποτυπώνει τη θετική τροχιά της χώρας μας», θεωρούμε ότι η άμεση δρομολόγηση των μέτρων που προτείνονται σε κάθε ένα από τα πεδία που αναφέραμε, συνιστά τον καλύτερο τρόπο για την αξιοποίησή της.




