Με τη μονιμότητα πέραν της μονιμότητας
Η αρχή της μονιμότητας αποτελεί μια από τις θεμελιώδεις αρχές του γραφειοκρατικού μοντέλου οργάνωσης και λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών. Σκοπός της ήταν η παρεμπόδιση των πελατειακών σχέσεων, η ρύθμιση της σταδιοδρομίας των υπαλλήλων με αντικειμενικά κριτήρια και, εν τέλει, η παροχή καλύτερων υπηρεσιών στον πολίτη.
Το πνεύμα της μονιμότητας απέδωσε, προσφυώς, ο Ελευθέριος Βενιζέλος τονίζοντας ότι η μονιμότητα σκοπό έχει να σταθεροποιήσει μια δημόσια διοίκηση που θα υπηρετεί τον λαό με τον καλύτερο τρόπο.
Ωστόσο, η μεταλαμπάδευση αρχών και, ιδίως, πρακτικών άλλων χωρών και κοινωνιών δεν λαμβάνει χώρα εκτός του πολιτιστικού και αξιακού περικείμενου της συγκεκριμένης χώρας και δημόσιας διοίκησης. Η μεταφορά των γραφειοκρατικών αρχών στην πελατειακή πραγματικότητα της Ελλάδας είχε ως αποτέλεσμα την ad absurdum εφαρμογή της. Η μονιμότητα, αντί να ισχύσει για συγκεκριμένους κλάδους και ειδικότητες υπαλλήλων, όπως συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, γενικεύτηκε. Οι προσλήψεις, αδιαφόρως εάν η θέση βρισκόταν στο κέντρο, την περιφέρεια, σε υπουργείο ή σε κάποιο νομικό πρόσωπο αφορούσαν, κυρίως, τακτικό προσωπικό. Οι αριθμοί είναι αδιάψευστοι: 564.782 υπαλλήλους αριθμεί το τακτικό προσωπικό και 151.214 το έκτακτο.
Η πρακτική της γενικευμένης μονιμοποίησης των δημοσίων υπαλλήλων, σε συνδυασμό με περιορισμένες αντιπελατειακές μεταρρυθμίσεις, οδήγησε σε μια δημόσια διοίκηση ανορθολογική και αντιπαραγωγική.
Η ατολμία των περισσότερων κυβερνήσεων να βελτιώσουν τον επαγγελματισμό των υπαλλήλων και να μετακινήσουν τη δημόσια διοίκηση από το γραφειοκρατικό πρότυπο σε μια στοχοπροσηλωμένη οργάνωση με αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα και οικονομικότητα των ενεργειών της εγκλώβισαν έτι περαιτέρω τους δημοσίους υπαλλήλους στο καθεστώς της μετριοκρατίας.
Αλλεπάλληλοι νόμοι για τη στοχοθεσία, την αξιολόγηση, την παραγωγικότητα, τον εσωτερικό έλεγχο και την επιμόρφωση των δημοσίων υπαλλήλων απέδωσαν ελάχιστα και είχαν χαρακτήρα περισσότερο συμβολικό.
Εν τω μεταξύ πελατειακές πρακτικές του παρελθόντος και ευφάνταστες νεώτερες συνέχισαν να λειτουργούν ως αντίβαρο των αναιμικών μεταρρυθμίσεων. Οι διατάξεις για τις προαγωγές των υπαλλήλων εξακολουθούν δίνουν την πρωτοκαθεδρία στα τυπικά προσόντα αντί των ουσιαστικών και η πρακτική της τοποθέτησης προϊσταμένων κατ’ ανάθεση αντί της επιλογής τους μετά από κρίση, συνεχίζονται, πλήττοντας βαθύτατα την αξιοκρατία και ακυρώνοντας, εν τω γεννάσθαι, φιλότιμες προσπάθειες αξιολόγησης.
Η αξιοσύνη, ο επαγγελματισμός και η ηθική του λειτουργήματος αποτελούν ευχολόγια και η συνολική εικόνα του Δημοσίου ως αναποτελεσματικού και γραφειοκρατικού δεν αλλάζει.
Τούτων δοθέντων, η πιθανή άρση της μονιμότητας δεν θα οδηγούσε σε βελτίωση της κατάστασης. Αντί της κατάργησης ενός θεμελίου του διοικητικού οικοδομήματος, η δρομολόγηση και υλοποίηση των «παγωμένων» μεταρρυθμίσεων θα οδηγούσε στη φυγή προς τα εμπρός: Με τη μονιμότητα πέραν της μονιμότητας για μια αντιπελατειακή Ελλάδα.





