Η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων: από το νομοθετικό πλαίσιο στην πράξη
Αντιλήψεις και εμπειρίες εργαζομένων στο Δημόσιο
Συγγραφείς: Φωτεινή Βήττου · Παναγιώτης Καρκατσούλης
Ινστιτούτο Έρευνας Ρυθμιστικών Πολιτικών (ΙΝΕΡΠ)

Η συζήτηση για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων εισέρχεται, ενόψει της προτεινόμενης αναθεώρησης του άρθρου 103 του Συντάγματος, σε ένα νέο στάδιο. Δεν συγκρούονται πλέον οι απόψεις υπέρ ή κατά της αξιολόγησης με την αρχική τους ένταση, αλλά διατυπώνονται επίμονα ερωτήματα για το είδος της αξιολόγησης, τον τρόπο εφαρμογής της και τις συνέπειές της στον υπαλληλικό βίο.
Η έρευνα δείχνει ότι το κρίσιμο ζήτημα για τους συμμετέχοντες δημοσίους υπαλλήλους δεν είναι η αξιολόγηση εν γένει, αλλά η αξιοπιστία των όρων υπό τους οποίους αυτή εφαρμόζεται. Το δείγμα εκφράζει έντονη δυσπιστία απέναντι στον τρόπο που εφαρμόζεται σήμερα η αξιολόγηση, ενώ εμφανίζεται σαφώς ευνοϊκότερο απέναντι στην αμφίδρομη αξιολόγηση και στη συνταγματική κατοχύρωση των αρχών της. Το πρόβλημα εστιάζεται στην αξιοπιστία, την αντικειμενικότητα και την ποιότητα της εφαρμογής.
Πριν, επομένως, από την ενδεχόμενη συνταγματική κατοχύρωση της αξιολόγησης και την ενεργοποίηση κυρωτικών συνεπειών που συνδέονται με αυτήν, όπως η οριστική παύση, η Πολιτεία καλείται να λάβει υπόψη της τις επιφυλάξεις που εκφράζουν οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο, ώστε να διασφαλίσει μια διαδικασία αντικειμενική, δίκαιη και αξιόπιστη.

1. Αφορμή και ερευνητικό ερώτημα
Αφορμή για την έρευνα αποτέλεσε η πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος που κατατέθηκε στις 2 Ιουνίου 2026. Μεταξύ των προτεινόμενων αλλαγών περιλαμβάνεται η αναθεώρηση του άρθρου 103, που αφορά το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων. Η πρόταση προβλέπει υποχρεωτική αξιολόγηση με βάση τις αρχές της αμεροληψίας, της ουδετερότητας, της επαγγελματικής ικανότητας και της αποδοτικότητας, δυνατότητα συμμετοχής του ΑΣΕΠ στη διαδικασία, αμφίδρομη αξιολόγηση, καθώς και συνέπειες που, σε περίπτωση αρνητικής αξιολόγησης, μπορούν να φθάσουν έως την οριστική παύση ύστερα από απόφαση Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
Το χάσμα μεταξύ των νομοθετικών ρυθμίσεων και της εφαρμογής τους αποτελεί γνωστό πρόβλημα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης και έχει αναδειχθεί από πλήθος μελετών ως βασική αιτία κακοδιοίκησης. Στόχος της έρευνας είναι η αποτύπωση όχι μόνο των στάσεων και των αντιλήψεων των συμμετεχόντων για την αξιολόγηση, αλλά και της βιωματικής γνώσης τους από την εφαρμογή της.
2. Το προφίλ των συμμετεχόντων
Συγκεντρώθηκαν 117 έγκυρα ερωτηματολόγια*, εκ των οποίων 106 από μόνιμους υπαλλήλους δημοσίου δικαίου και 11 από υπαλλήλους ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Το δείγμα είναι κυρίως γυναικείο, μέσης-ώριμης ηλικίας (εκτιμώμενη μέση ηλικία περίπου τα 49 έτη) και με ιδιαίτερα υψηλό μορφωτικό επίπεδο: το 84,6% κατέχει μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο. Κανένας συμμετέχων δεν ήταν κάτω των 30 ετών.
Γράφημα 1. Ποσοστά επί του συνόλου των 117 συμμετεχόντων.
3. Γνώση του θεσμικού πλαισίου και θεσμική ενημέρωση
Η γνώση του νόμου και η ενημέρωση από την υπηρεσία εξετάζονται μαζί, ώστε να φανεί η μεταξύ τους απόσταση. Το 55,6% δηλώνει καλή έως πολύ καλή γνώση του ν. 4940/2022, ενώ το 22,3% θεωρεί ότι έχει λάβει επαρκή ενημέρωση από την υπηρεσία του. Η διασταύρωση με την ιεραρχική θέση δείχνει ότι η απόσταση αυτή διατρέχει όλες τις βαθμίδες.
Γράφημα 2. Η κατηγορία «Γενικός/ή Διευθυντής/ρια» δεν παρουσιάζεται, καθώς εκπροσωπείται από έναν μόνο συμμετέχοντα.
Το εύρημα που έχει σημασία για τη συνέχεια της ανάλυσης είναι ότι η γνώση του πλαισίου δεν μεταφράζεται σε θετικότερη αντίληψη για το σύστημα (ρ=0,065, p=0,485). Μεταξύ όσων δηλώνουν πολύ καλή γνώση, το 72,4% χαρακτηρίζει το σύστημα «προβληματικό» ή «πολύ προβληματικό». Όσα ακολουθούν δεν αφορούν, επομένως, την ενημέρωση, αλλά την ίδια την εμπειρία της εφαρμογής.
4. Η εφαρμογή των σταδίων που προβλέπει ο νόμος
Κεντρικό ερώτημα της έρευνας είναι ο βαθμός στον οποίο τα υποχρεωτικά στάδια του ν. 4940/2022 εφαρμόστηκαν πράγματι στην πράξη. Η εικόνα που προκύπτει είναι φθίνουσα και αποκαλυπτική: όσο ένα στάδιο απαιτεί διαρκή εμπλοκή και ουσιαστική επικοινωνία, τόσο περιορίζεται η εφαρμογή του. Η στοχοθεσία, που συμπληρώνεται ως έντυπο, εφαρμόζεται στα τρία τέταρτα των περιπτώσεων· η παρακολούθηση των στόχων, που απαιτεί διοίκηση, μόλις στο ένα τέταρτο.
Γράφημα 3. Απαντήσεις «Ναι» ανά στάδιο της διαδικασίας, n=117.
Η στοχοθεσία αποτελεί το περισσότερο ρυθμισμένο και ελεγχόμενο στάδιο: το Υπουργείο Εσωτερικών καθορίζει αναλυτικά τη διαδικασία, εκδίδει εγκυκλίους και τεχνικές οδηγίες, θέτει προθεσμίες και έχει αναπτύξει ψηφιακά εργαλεία υποστήριξης και ελέγχου. Αντίθετα, τα επόμενα στάδια εξαρτώνται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τη συμπεριφορά των αξιολογητών στις υπηρεσίες, καθώς προϋποθέτουν ενεργή εμπλοκή του προϊσταμένου, ουσιαστική επικοινωνία και ένα επίπεδο εμπιστοσύνης που επιτρέπει στην αξιολόγηση να λειτουργεί ως εργαλείο διοίκησης και όχι μόνο ως υποχρέωση συμμόρφωσης.
Η έντονη πόλωση ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους υποδηλώνει ότι η ποιότητα υλοποίησης του νόμου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον συγκεκριμένο φορέα ή την υπηρεσία και όχι από μια ενιαία, συστημική συμμόρφωση, αλλά από τον συγκεκριμένο φορέα και, τελικά, από το πρόσωπο του αξιολογητή. Οι ανοικτές απαντήσεις επιβεβαιώνουν την εικόνα: μεροληψία, ασαφή κριτήρια, έλλειψη τεκμηρίωσης, απουσία επικοινωνίας και αντιμετώπιση της διαδικασίας ως τυπικής υποχρέωσης.
5. Η ποιότητα της στοχοθεσίας
Η ποιότητα της στοχοθεσίας αξιολογείται αρνητικά. Ο σύνθετος δείκτης διαμορφώνεται σε μέση τιμή 2,34 σε κλίμακα 1–5, αισθητά κάτω από το θεωρητικό μέσο της κλίμακας, με διάμεσο 2,13 (Cronbach’s α = 0,948). Η στοχοθεσία είναι το θεμέλιο του συστήματος· όταν το θεμέλιο είναι αδύναμο, καμία μεταγενέστερη διαδικασία δεν μπορεί να παραγάγει αξιόπιστη κρίση.
Γράφημα 4. Ποσοστά επί όσων απάντησαν στην ερώτηση (εξαιρούνται όσοι δήλωσαν ότι δεν πραγματοποιήθηκε στοχοθεσία).
6. Η αξιοπιστία της αξιολόγησης στην πράξη
Γράφημα 5. n=117. Οι τέσσερις πρώτες δηλώσεις είναι διατυπωμένες αρνητικά ως προς το σύστημα, οι τέσσερις τελευταίες θετικά.
Η εικόνα είναι απόλυτα συνεκτική. Το 72,6% συμφωνεί ότι η αξιολόγηση λειτουργεί κυρίως ως γραφειοκρατική υποχρέωση, ενώ μόλις το 10,3% τη θεωρεί πραγματικό εργαλείο ανάπτυξης. Παράλληλα, το 69,3% θεωρεί ότι η προσωπική σχέση με τον προϊστάμενο επηρεάζει τη βαθμολογία και μόλις το 8,5% πιστεύει ότι η αξιολόγηση αποτυπώνει την πραγματική απόδοση. Η αντικειμενικότητα και η ομοιόμορφη εφαρμογή των κριτηρίων —οι δύο προϋποθέσεις κάθε αξιολογικής κρίσης— αμφισβητούνται από τα δύο τρίτα των συμμετεχόντων.
Το έλλειμμα εμπιστοσύνης στην αντικειμενικότητα
Γράφημα 6. «Πόσο εμπιστεύεστε ότι η αξιολόγηση στην υπηρεσία σας είναι αντικειμενική;» (0 = καθόλου, 10 = απόλυτα), n=117.
Δεν πρόκειται απλώς για χαμηλή βαθμολογία, αλλά για έλλειμμα εμπιστοσύνης. Η επικρατέστερη τιμή ολόκληρης της κλίμακας είναι το μηδέν: το 29,1% δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται καθόλου την αντικειμενικότητα της διαδικασίας. Ο μέσος όρος διαμορφώνεται στο 3,18 και η διάμεσος στο 2. Περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες (51,3%) βαθμολογούν από 0 έως 2, το 64,1% τοποθετείται στις τιμές 0 έως 4, ενώ μόλις το 25,6% βρίσκεται στο υψηλότερο τμήμα της κλίμακας, από 6 έως 10.
7. Ο παράγοντας του αξιολογητή-προϊσταμένου
Στο υφιστάμενο σύστημα μεγάλο μέρος της αξιολογικής κρίσης συγκεντρώνεται σε ένα πρόσωπο, το οποίο καλείται ταυτόχρονα να θέσει στόχους, να παρακολουθήσει την πορεία του υπαλλήλου, να παρέχει ανατροφοδότηση και, τελικά, να αξιολογήσει την απόδοσή του. Η επάρκεια και η αξιοπιστία του αξιολογητή αποτελούν, συνεπώς, κρίσιμη προϋπόθεση για την αξιοπιστία ολόκληρης της διαδικασίας.
Γράφημα 7. n=117.
Ο αξιολογητής αναδεικνύεται στο πιο αδύναμο σημείο του συστήματος. Μόλις το 24,8% συμφωνεί ότι ο προϊστάμενός του διαθέτει επαρκή γνώση των αρχών διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού, έναντι 53,8% που διαφωνεί. Μόνο το 23,9% θεωρεί ότι ο προϊστάμενος κατανοεί επαρκώς τη διαδικασία, ενώ ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα ως προς την εκπαίδευση των αξιολογητών: μόλις το 15,4% δηλώνει ότι ο προϊστάμενός του έχει λάβει σχετική επιμόρφωση, έναντι 58,1% που διαφωνεί.
Το 75,2% θεωρεί ότι ο τρόπος επιλογής και τοποθέτησης των προϊσταμένων επηρεάζει την αξιοπιστία της αξιολόγησης· ταυτόχρονα, το 62,4% δηλώνει ότι ο άμεσος προϊστάμενός του τοποθετήθηκε με αναπλήρωση και μόλις το 18,8% κατόπιν κρίσης Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Ως προς την αμφίδρομη αξιολόγηση, μόλις το 8,5% δηλώνει ότι εφαρμόζεται ουσιαστικά στην υπηρεσία του, ενώ το 56,4% συμφωνεί ότι ενισχύει την αντικειμενικότητα του συστήματος. Η απόσταση ανάμεσα στην αποδοχή του θεσμού και στην πραγματική του εφαρμογή πιθανόν συνδέεται και με τον φόβο των υφισταμένων για δυσμενείς συνέπειες.
8. Η συνολική εκτίμηση του συστήματος
Γράφημα 8. n=117. Κανένας συμμετέχων δεν χαρακτήρισε το σύστημα «πολύ αποτελεσματικό». Το ποσοστό 4,3% αντιστοιχεί σε πέντε συμμετέχοντες· αν εξαιρεθεί ένας συμμετέχων που εμφάνισε εσωτερική ασυνέπεια στις απαντήσεις του, χαρακτηρίζοντας «αποτελεσματικό» το σύστημα αλλά απαντώντας «Δεν γνωρίζω» ή «Ουδέτερος» στην πλειονότητα των υπόλοιπων ερωτήσεων, το ποσοστό διαμορφώνεται σε 2,56%.
Πρόκειται για ένα από τα ισχυρότερα ευρήματα της έρευνας: το 83,8% των συμμετεχόντων αξιολογεί το σύστημα ως προβληματικό ή πολύ προβληματικό, ενώ μόλις το 4,3% —πέντε άτομα— το χαρακτηρίζει αποτελεσματικό και κανένας πολύ αποτελεσματικό. Αν εξαιρεθεί ένας συμμετέχων με εσωτερικά ασυνεπείς απαντήσεις, το ποσοστό περιορίζεται στο 2,56%. Η αρνητική εικόνα διατρέχει οριζόντια όλες τις ιεραρχικές βαθμίδες, τις κατηγορίες φορέων και τα επίπεδα γνώσης του νόμου.
9. Η συνταγματική διάσταση
Γράφημα 9. n=117.
Η εικόνα είναι σαφής και μόνο φαινομενικά αντιφατική. Το 68,4% συμφωνεί με τη συνταγματική κατοχύρωση των αρχών της αξιολόγησης, δηλαδή με την αμεροληψία, την ουδετερότητα, την ικανότητα και την αποδοτικότητα. Ταυτόχρονα, όμως, το 81,2% θεωρεί ότι η σημερινή αξιολόγηση, όπως εφαρμόζεται, δεν θα μπορούσε να στηρίξει δίκαια μια απόφαση απόλυσης και το 73,5% δεν θεωρεί επαρκή εγγύηση τη μεσολάβηση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Πάνω απ’ όλα, το 87,2% ζητεί να αξιολογηθεί και να διορθωθεί πρώτα η ίδια η διαδικασία, πριν συνδεθεί με μη αναστρέψιμες συνέπειες. Πρόκειται για σχεδόν ομόφωνο αίτημα, που διατυπώνεται με την ίδια ένταση σε όλες τις κατηγορίες του δείγματος.
Γράφημα 10. n=117.
Το 83,8% διαφωνεί ότι το ισχύον σύστημα εφαρμόζεται με τρόπο που προάγει τις ίδιες τις αρχές τις οποίες προτείνεται να κατοχυρωθούν συνταγματικά, ενώ ισάριθμο ποσοστό θεωρεί ότι δεν έχουν διατεθεί οι αναγκαίοι πόροι σε χρόνο, εκπαίδευση και εργαλεία.
Συμπεράσματα
Για τους σκοπούς της έρευνας δημιουργήθηκαν τέσσερις σύνθετοι δείκτες: ο δείκτης εφαρμογής των σταδίων του νόμου, ο δείκτης ποιότητας στοχοθεσίας (α=0,948), ο δείκτης αντίληψης αξιοπιστίας της αξιολόγησης (α=0,843) και ο δείκτης επάρκειας του αξιολογητή/προϊσταμένου (α=0,904). Οι τιμές του συντελεστή Cronbach’s α κυμάνθηκαν από 0,843 έως 0,958 και οι μεταξύ των ερωτήσεων συσχετίσεις ήταν από μέτριας έως υψηλής έντασης.
Η επιλογή των συμμετεχόντων έγινε με δειγματοληψία ευκολίας, λόγω του περιορισμένου διαθέσιμου χρόνου και της θερινής περιόδου. Η μεθοδολογική αυτή επιλογή και το μέγεθος του δείγματος συνεπάγονται περιορισμούς ως προς την αντιπροσωπευτικότητα και τη δυνατότητα γενίκευσης των συμπερασμάτων στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων. Δεν συλλέχθηκαν στοιχεία που να επιτρέπουν την ταυτοποίηση των συμμετεχόντων και τα δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά σε συγκεντρωτική μορφή.
Συγγραφείς: Φωτεινή Βήττου, Παναγιώτης Καρκατσούλης
Αύγουστος 2026
Η παρούσα ιστοσελίδα παρουσίασης δημιουργήθηκε με τη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης. Η έρευνα, η ανάλυση και τα συμπεράσματα ανήκουν στους συγγραφείς.





