Ο τίτλος άρθρου μεγάλης εφημερίδας την περασμένη εβδομάδα «Οι Ευρωπαίοι φοβούνται αναζωπύρωση του φρενοκομείου των Βαλκανίων» δείχνει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον την έκταση και την περιπλοκότητα ενός προβλήματος: Όχι, βεβαίως, της «διαστροφής» των βαλκανικών λαών και κρατών, όπως θα ήθελε το «βαποράκι» της πληροφόρησης, αλλά των συνεπειών μιας πολιτικής «διαίρει και βασίλευε» σε μια περιοχή της Ευρώπης.
Την πολιτική αυτή άσκησαν και εξακολουθούν να ασκούν οι «μεγάλες δυνάμεις», όπως προσδιορίζονται, εκάστοτε, οι χώρες/οργανισμοί εκείνοι οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν επεκτατική πολιτική. Παγίως, η επεμβατική πολιτική των ισχυρών εκμεταλλεύεται τις εθνοτικές και θρησκευτικές διαφορές που παραμένουν αγεφύρωτες. Το πρόσχημα της (παρ)/(επ)έμβασης είναι, διαχρονικά, η επίλυσή τους. Τα προβλήματα που δημιουργούνται απ’ αυτές τις διαφορές, όμως, όχι μόνον δεν λύνονται, όπως οι μεγάλες δυνάμεις διατείνονται, αλλά, αφού συντηρηθούν σε μια κατάσταση «καταστολής», σε περιόδους, όπως η τωρινή, παρουσιάζουν, εκ νέου, έξαρση. Αυτή αποδίδεται, συνήθως, σε εξτρεμιστικά στοιχεία, σε εθνικιστικούς κύκλους και τα συναφή. Το ότι, παρεμπιπτόντως, τα «στοιχεία» αυτά τα έχουν εκθρέψει και υποστηρίξει, παντοιοτρόπως, οι δυνάμεις που τώρα ανησυχούν, αποσιωπάται εντέχνως.
Μπορεί να διερωτηθεί κανείς, εάν η πολιτική αυτή αποτελεί ένα μείγμα πολιτικής παρασκευασμένο ειδικά για τα Βαλκάνια ή αφορά το σύνολο του κόσμου. Θεωρούμε μετά βεβαιότητας ότι η πολιτική των μεγάλων δυνάμεων και στα Βαλκάνια ήταν, είναι, και (μάλλον, θα συνεχίσει) να είναι η έκφραση μιας παγκοσμιοποιημένης (με τους νέους όρους εκφοράς της)/ιμπεριαλιστικής (με τους παλιούς όρους εκφοράς της) λογικής η οποία αποσκοπούσε, αποσκοπεί και θα αποσκοπεί στην εδραίωση της κυριαρχίας τους στην περιοχή και στην αποκόμιση πολλαπλών ωφελημάτων απ’ αυτήν. Οπωσδήποτε, ιδιαιτερότητες, παραλλαγές ή αποχρώσεις στην πολιτική αυτή λαμβάνονται σχετικώς υπόψη, προκειμένου να διασφαλίσουν το ευκταίο αποτέλεσμα. Εκείνο, επομένως, που έχει αξία είναι να δείξει κανείς τις εσωτερικές συνάφειες των πολιτικών που ακολουθήθηκαν/ακολουθούνται στα Βαλκάνια. Ίσως, ακόμη πιο ενδιαφέρον κι απ’ αυτό για μας τους Έλληνες είναι να συγκρίνει κανείς αυτές τις πολιτικές με την πολιτική που ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα της κρίσης- μια, φαινομενικά, μη Βαλκανική χώρα, μέλος της ΕΕ και της ευρωζώνης. Τότε, μπορεί να οδηγηθεί σε άλλες σκέψεις που δεν θα αφορούν την αναζωπύρωση του «φρενοκομείου των Βαλκανίων», αλλά, μάλλον, την διαστροφική απληστία του διεθνούς κεφαλαίου (των «αγορών» για πιο trendy) να καταδικάζει στην μιζέρια και την ανυποληψία λαούς και αδύναμα κράτη, ανεξάρτητα εάν αυτά ανήκουν στα καθυστερημένα Δυτικά Βαλκάνια ή στον «πυρήνα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εννοείται- για να μην επαναληφθεί, ακόμη μια φορά, η χαζοχαρούμενη κριτική «καλά, κι αυτά τα κράτη τα ίδια δεν έχουν ευθύνη για τα προβλήματά τους;», ότι η απάντηση είναι θετική. Παρ’ όλον ότι είναι λάθος η αναγωγή απρόσωπων σχέσεων και συμφερόντων σε υποκειμενικές στάσεις και αντιλήψεις, ας δεχτούμε ότι όντως, έχουν ευθύνη. Τεράστια, μάλιστα. Αλλά αυτή δεν ισοφαρίζει την ευθύνη του διεθνούς παράγοντα ο οποίος έρχεται, υποτίθεται, όχι για να αποτελέσει μέρος του προβλήματος αλλά για να το λύσει. Η σύγκρουση, για παράδειγμα, στη Βοσνία-Εερζεγοβίνη μπορεί να αποδοθεί στους Βόσνιους μουσουλμάνους και στους Βόσνιους Σέρβους το ίδιο. Η Δύση (κυβερνήσεις, ΜΜΕ) αρέσκεται, όμως, να προβάλει τις «ευθύνες» όσων λειτουργούν, εναλλάξ, ως θύτες/θύματα σε καταστάσεις αναταραχής και επαναπροσδιορισμού ιστορικών ορίων και όρων επιβίωσης. Εάν, λοιπόν, δεχτούμε ότι οι δύο αυτές κοινότητες έχουν έναν βαθμό ευθύνης για την καταστροφή που ακολούθησε μετά τη σύγκρουσή τους, τότε, πόση ευθύνη έχει ο διεθνής παράγοντας ο οποίος έλυσε το πρόβλημα κατά τον εξής τρόπο: Δημιούργησε ένα μόρφωμα κράτους το οποίο, εξ ορισμού, ήταν, είναι και θα είναι αδύνατον να διοικηθεί. Είκοσι χρόνια «χωρίς αιματοχυσία», σίγουρα, πέρασαν από τότε, αλλά επίσης είκοσι χρόνια ύπαρξης ενός κράτους-ζόμπι, τι άλλο αποτέλεσμα μπορούσε να επιφέρει εκτός από την «απόλυτη στασιμότητα»[1];
Δεν υποτιμώ καθόλου τον ρόλο της βλακείας στις διεθνείς σχέσεις και δεν είμαι καθόλου φανατικός της θεωρίας των «σκοτεινών εγκεφάλων» οι οποίοι με έναν απόλυτο ορθολογισμό σχεδιάζουν και εφαρμόζουν τα τέλεια σχέδιά τους. Αν, όμως, δεν είναι ηλίθιοι αυτοί που λαμβάνουν τις μείζονες αποφάσεις, τότε γιατί ο διεθνής παράγων επιμένει, είκοσι χρόνια μετά, ότι ο καλύτερος τρόπος να οργανώσει κανείς 4 εκατομμύρια ανθρώπους είναι να τους διασπείρει σε 14 κράτη, να τους εκπροσωπούν 14 βουλές που εφαρμόζουν και ερμηνεύουν το σύνταγμα με 14 διαφορετικούς τρόπους έχοντας 14 διαφορετικά δικαστήρια; Αν δεν είναι ηλίθιο να κατηγορείς αυτό το μόρφωμα για «στασιμότητα», τότε δεν υπάρχει παρά μόνον μια εξήγηση! Το όφελος για το πλέγμα των οικονομικών συμφερόντων που εξυπηρετούνται με αυτή την «μη οργάνωση»/το «μη κράτος» πρέπει να είναι κατά πολύ ανώτερο από τη ζημιά που προκαλείται από το κράτος-ζόμπι. Οι συνειρμοί με την Ελλάδα είναι εύλογοι (και όχι μόνο λόγω της πρόσφατης έρευνας της Gallup όπου οι πλέον μισητές κυβερνήσεις από τους ίδιους τους πολίτες τους είναι εκείνη της Βοσνίας και αμέσως μετά της Ελλάδας...): Και για την Ελλάδα εκπονήθκε ένα πρόγραμμα σωτηρίας της χώρας, η οποία έως ότου ανορθωθεί θα έχει διαλυθεί τελείως...
Οι ομοιότητες μεταξύ των μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων τα οποία θα οδηγήσουν τις χώρες αυτές στην ανάκαμψη- αφού, πρώτα, τις χρεωκοπήσουν και τις καταρρακώσουν- είναι εντυπωσιακές. Χαρακτηριστική είναι η άκριτη μεταφορά των «μεταρρυθμίσεων» εις πείσμα όχι μόνο της διοικητικής επιστήμης αλλά και των οφθαλμοφανών προβλημάτων που τις καθιστούν ανεφάρμοστες. Στη Σερβία, για παράδειγμα, η οποία είναι μια ακόμη χρεωκοπημένη χώρα της περιοχής, καταβάλλονται «συστηματικές» προσπάθειες για την εκπόνηση ενός προϋπολογισμού προγραμμάτων, όταν το Υπουργείο Οικονομικών δεν γνωρίζει επακριβώς, ακόμη, ποιοί κρατικοί φορείς επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Σίγουρα, ακόμη μια «καθυστέρηση στις μεταρρυθμίσεις»...Δεν σας θυμίζει αυτό το παράδειγμα εκείνα τα φαιδρά με τους «φορείς γενικής κυβέρνησης» στην Ελλάδα που υπολογίζονταν «στο περίπου» και τις ψευτο-απογραφές των δημοσίων υπαλλήλων; Στην Αλβανία, οι διεθνείς οργανισμοί προωθούν μεταρρυθμίσεις από το πακέτο του «Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ» με 40% του πληθυσμού αναλφάβητους. «Μειώνουν» τα διοικητικά βάρη, ανακηρυσσόμενοι μάλιστα, πρωταθλητές έχοντας μια καλπάζουσα διαφθορά... Σε μια ad absurdum λογική, βεβαίως, τα «επίσημα» διοικητικά βάρη μπορεί να μειωθούν, αφού όλοι επιλέγουν τον ανεπίσημο τρόπο διεκπεραιώσης των υποθέσεών τους με το κράτος. Άρα, μπορεί και οι μεταρρυθμίσεις να προωθούνται και η παρα-οικονομία και το παρα-κράτος να ανθούν... Ο αριθμός των Cayen στα Τίρανα συγκρίνεται μόνο με εκείνον που συναντούσε κανείς στο Κολωνάκι, Σάββατο βράδυ, κατά την περίοδο της «ισχυρής Ελλάδας».. Μπορεί τα Cayen να μεταφέρθηκαν στα Τίρανα αλλά εξ όσων γνωρίζω και στην Ελλάδα μειώθηκαν τα διοικητικά βάρη... Τι, δεν το αντιληφθήκατε;
Οι ψευτο-μεταρρυθμίσεις όχι μόνον αποτυγχάνουν αλλά δημιουργούν, επιπλέον, «μεταρρυθμιστική κόπωση» στην κοινή γνώμη, καλλιεργούν ένα αίσθημα ηττοπάθειας και, κυρίως, επιτρέπουν την λήψη ακόμη σκληρότερων μέτρων. Οι μεταρρυθμίσεις χρησιμοποιούνται ως προσχήματα προκειμένου να καμφθούν οι εύλογες επιφυλάξεις των πολιτών. Πολλές από τις ψευτο-μεταρρυθμίσεις αυτές παρουσιάζονται για ένα διάστημα ως μεταβατικές, εν συνεχεία αποκτούν έναν μόνιμο χαρακτήρα, και αντί να λύνουν τα προβλήματα για τα οποία είχαν σχεδιαστεί, καταλήγουν να οδηγούν τα κράτη αυτά πίσω και από εκείνες τις εμβαλωματικές λύσεις που διέθεταν, στο παρελθόν, για την αντιμετώπισή τους. Στα Σκόπια, για παράδειγμα, «έπρεπε» να δημιουργηθούν οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης για να αποκτήσει η χώρα ένα ευρωπαϊκό προφίλ. Καταργήθηκαν τα «sokak», κάτι σαν τα δικά μας δημοτικά διαμερίσματα, που είχαν παράδοση αιώνων, και αντικαταστάθηκαν από μεγάλους Δήμους οι οποίοι σε ελάχιστο χρόνο αποδείχθηκαν ελλειμματικοί και η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών έπεσε κατακόρυφα. Αλλά κι άλλες μείζονες μεταρρυθμίσεις του «πακέτου», όπως η απελευθέρωση συγκεκριμένων αγορών, καθόλου δεν βοήθησε στην οικονομική ανάκαμψη των χωρών αυτών. Στο Κόσοβο, για παράδειγμα, η ενέργεια ήταν μεταξύ των πρώτων αγορών που «απελευθερώθηκαν». Αυτό οδήγησε, προσωρινά, σε πολύωρες διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος οι οποίες μονιμοποιήθηκαν, αφού δεν επήλθε η «ανάπτυξη» που αναμενόταν. Το ίδιο συνέβη με την FYROM και την Αλβανία οι οποίες πρωτοστατούσαν, προ τινος, στους δείκτες επιχειρηματικότητας (WB, DoingBusinessIndex) θεωρούμενοι ως ιδεώδεις τόποι για την προσέλυση επενδύσεων. Η Βοϊβοντίνα (μια περιοχή με έντονες αποσχιστικές διαθέσεις έναντι της Σερβίας) ανακηρύχθηκε για το 2014 ο ιδεώδης προορισμός για την προσέλκυση επενδύσεων στην Ευρώπη. Η Ελλάδα επίσης, σήμερα, φέρεται να έχει κάνει σημαντική πρόοδο όσον αφορά την προώθηση των ίδιων μεταρρυθμίσεων (αφού, όντως, πολλά κελιά του xls μέσω του οποίου παρακολουθείται η εφαρμογή του Μνημονίου έχουν γίνει «observed»). Πλην, όμως, καμία από τις χώρες αυτές δεν έχει βγει από την οικονομική καχεξία της και οι επενδυτές που εμφανίζονται είναι, στην πλειοψηφία τους, κάτι μεταξύ απατεώνων και μικρο-εγκληματιών.
Άλλη ομοιότητα μεταξύ των κρατών των Βαλκανίων είναι ότι αντί να αλλάζει η ατελέσφορη πολιτική των δανειστών/προστατών, επιτείνονται οι προσπάθειες επιβολής της με την συνδρομή πρόθυμων τοπικών πολιτικών ηγεσιών και μέσων επικοινωνίας που δέχονται να είναι αναλώσιμα. Ελάχιστοι πολίτες στις χώρες αυτές ασχολούνται με την επίσημη πολιτική, ακόμα λιγώτεροι ψηφίζουν και ο κυνισμός και ο εγωκεντρισμός αποτελούν το κρατούν υπόδειγμα κοινωνικής συμπεριφοράς. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση που τους έταζαν, πριν από δύο δεκαετίες, απομακρύνεται, ολοένα και περισσότερο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των «Διευθύνσεων Ευρωπαϊκής Ενσωμάτωσης» που συναντά κανείς σ’ όλες αυτές τις χώρες.
Τι απομένει; Η ευχή για αλλαγή πολιτικής των Βρυξελλών/του Βερολίνου, κοκ, ακούγεται συχνά... Μαζί με άλλες ευχές- συνήθης, εξ άλλλου, στα Βαλκάνια είναι η σύγχυση μεταξύ ευχής και πραγματικότητας-φοβούμαι ότι θα μείνει ανεκπλήρωτη. Τόσο όσο οι λαοί μας δεν αντιλαμβάνονται ότι για τα προβλήματά μας εμείς πρέπει να βρούμε και να επιβάλλουμε τις λύσεις. Με γνώση και επιμονή θα υποχρεώσουμε αυτούς που σχεδιάζουν τις δικές τους λύσεις να υποχωρήσουν. Τόσο, όσο εμείς δεν στρατευόμαστε στην επίλυσή τους λοιδορώντας συμμάχους και «συμμάχους». Συμμάχους πραγματικούς θα αποκτήσουμε πολλούς, όταν εμείς καταφέρουμε να μονοιάσουμε και να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας κι όχι τους «άλλους» που είναι, συνήθως, δυστυχώς, κάποιοι από μας. Όσο μακρινή κι αν φαίνεται αυτή η προοπτική, η ιστορία των Βαλκανίων δείχνει ότι μπορεί να γίνει πράξη. Είναι αυτοί οι ίδιοι λαοί που αποτίναξαν τον οθωμανικό ζυγό, μετά από 500 χρόνια κατοχής. Είναι οι ίδιοι λαοί που διαθέτουν το καλύτερο, περιζήτητο έμψυχο δυναμικό που διακρίνεται απανταχού του κόσμου. Είναι οι ίδιοι λαοί που αργά αλλά σταθερά καταλαβαίνουν ότι δεν υπάρχει μια Ευρώπη-μαμά, ότι δεν υπάρχουν πια πατερούληδες. Υπάρχει μόνο η πορεία προς την αυτοδιάθεση και την αυτονομία. Μπορεί το περιτύλιγμα της σοκολάτας που κυκλοφορεί στο Σαράγεβο με το πρόσωπο του Τίτο και την έκκληση «Μάρσαλ, μακάρι νάσουν μαζί μας σήμερα» νάχει κάτι ρομαντικό, αλλά μπορεί επίσης να αποδίδει τις βαθειές, τεκτονικές αλλαγές που συντελούνται σ’ όλες αυτές τις κοινωνίες. Το Ποτάμι είναι ακόμα υπόκωφο αλλά υπάρχει.
[1] Bosnia and Herzegovina: Progress Report, European Commission, October 2014