Παρά τις αλλαγές που έχουν επιχειρηθεί στο στο πειθαρχικό δίκαιο των δημοσίων υπαλλήλων, τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούμε να το αντιλαμβανόμστε περισσότερο ως μέσον τιμώρησης και λιγότερο ως μέσον βελτίωσης της οργανωτικής αποτελεσματικότητας και περιορισμού της κακοδιοίκησης.
Όταν οι πολιτικές ηγεσίες αναφέρονται στο Πειθαρχικό, εστιάζουν, διαχρονικά, στη χρονική καθυστέρηση της κρίσης των υποθέσεων που παραπέμπονται στα πειθαρχικά συμβούλια. Οι αιτίες, όμως, των καθυστερήσεων, αν και έχουν, πλειστάκις αναλυθεί, δεν αίρονται. Μεταξύ αυτών οι βασικότερες είναι:
Α) Στα 26 διαφορετικά αδικήματα και συμπεριφορές που αναφέρονται ως κολάσιμα στο πειθαρχικό δίκαιο συμπεριλαμβάνονται εντελώς ετεροβαρείς παραβάσεις. Από «συμπεριφορές αναξιοπρεπείς και ανάρμοστες που απάδουν προς την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου» μέχρι εγκλήματα, όπως η «άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος» και η «έλλειψη αφοσίωσης στην πατρίδα και τη δημοκρατία», όλα διεκπεραιώνονται με την ίδια (ανακριτική) διαδικασία και με τα ίδια μέσα. Η ΕΔΕ που είναι το πιο γνωστό, θεωρείται μια διαδικασία-πασπαρτού με κύριο χαρακτηριστικό της όχι την καταδίκη ή την σε βάθος διερεύνηση των υποθέσεων αλλά την παραπομπή τους στην τακτική δικαιοσύνη η οποία κρίνει αυθεντικά την βαρύτητα της πράξης και επιβάλλει τις ανάλογες ποινές.
Ουδείς, όμως έχει επιχειρήσει να διακρίνει τα ποινικά αδικήματα για τα οποία θα έπρεπε, εξ αρχής, να επιλαμβάνεται ο ποινικός δικαστής και τις παραβάσεις του κώδικα ηθικής και συμπεριφοράς, για τις οποίες θα μπορούσαν να εφαρμοστούν εναλλακτικές ποινές.
Β) Η απλούστευση και εκκαθάριση των πειθαρχικών αδικημάτων είναι επιβεβλημένη, προκειμένου να δημιουργηθούν σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία που θα βοηθήσουν στην οργάνωση και τη διεξαγωγή της πειθαρχικής διαδικασίας και του σχηματισμού κρίσης. Υπενθυμίζουμε, όμως, ότι μέχρι πρότινος, τα πειθαρχικά συμβούλια πολλών υπηρεσιών δεν διέθεταν, καν, δικό τους βιβλίο πρωτοκόλλου για να σημειώνονται εκεί τα εισερχόμενα και τα εξερχόμενα και οι ενστάσεις κατά των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων συμβουλίων. Μάλιστα, είναι χαρακτηριστικό ότι η συλλογή πληροφοριών από 92 πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια για 2500 εκκκρεμείς υποθέσεις διήρκεσε περισσότερο από 3 χρόνια!
Γ) Σε μια δημόσια διοίκηση που λειτουργεί, σε μεγάλο βαθμό, με βάση ατυπικότητες, η παρέμβαση στην οργανωτική κουλτούρα μπορεί να είναι πολύ πιο σημαντική από την αυστηροποίηση των ποινών και την ψηφιακοποίηση των διαδικασιών. Αυτό, όμως, απαιτεί αντίστοιχων ικανοτήτων και χαρισμάτων Ηγεσία που να μπορεί όχι μόνον να κατανοεί αλλά και να συμμερίζεται τα προβλήματα, τις συνήθειες και τους φόβους των εργαζομένων. Χρειαζόμαστε μια ηγεσία που μπορεί να μετασχηματίζει καταστημένες αντιλήψεις και συμπεριφορές σε θετική ενέργεια και την οργανωτική περιχαράκωση σε αλληλεγγύη και συνεργατικότητα.
Δ) Το προνοείν και προλαμβάνειν κρείττον εστί του θεραπεύειν, αλλά αυτό απαιτεί επαγγελματίες που γνωρίζουν πως να παρακολουθούν την καλή εφαρμογή των κανόνων, την απόδοση των μονάδων και των υπαλλήλων και να λύνουν προβλήματα που, προοπτικά, μπορεί να καταλήξουν σε παραβατικές συμπεριφορές. Δυστυχώς ο εσωτερικός έλεγχος προχωράει πολύ αργά και οι πιστοποιημένοι ελεγκτές αποτελούν δεν αποτελούν καν κρίσιμη μάζα μεταξύ των στελεχών της δημόσιας διοίκησης.
Το Πειθαρχικό μπορεί να αποτελέσει ένα εργαλείο διοικητικής αλλαγής αλλά, για να γίνει αυτό, πρέπει να αποκολληθεί από μια στείρα νομικίστικη και τιμωρητική αντίληψη των διοικητικών παραβάσεων.
Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ (έντυπη έκδοση)