Το μέλλον του ελληνικού κράτους φαίνεται να είναι, εκ πρώτης, υποθηκευμένο: Σωρεία προβλημάτων δικαιολογούν αυτή τη δυσοίωνη πρόβλεψη. Μεταξύ αυτών, ιεραρχούμε ως σημαντικότερα:
Α) Την επί σειρά ετών αντίσταση του κράτους να μεταρρυθμιστεί, γεγονός που συνεχίζεται και κατά την περίοδο του Μνημονίου. Η μη προσαρμογή του στις διεθνείς και εθνικές ραγδαίες εξελίξεις στην οικονομία, την τεχνολογία και τις σύγχρονες διακινδυνεύσεις, το κατατάσσει στη χορεία των κρατών με μεγάλο κόστος λειτουργίας, χαμηλή αποδοτικότητα και υψηλή διαφθορά.
Β) Τις ψευδο-μεταρρυθμίσεις (δηλαδή, τις μεταρρυθμίσεις που εξαγγέλονταν αλλά δεν πραγματοποιούνταν), με σκοπό την τελική προώθηση των πελατειακών σχέσεων και συνακόλουθων ιδιοτελειών. Αυτές κατάστρεψαν την αξιοπιστία του ελληνικού πολιτικού συστήματος στο εξωτερικό, όπως και την (ούτως η άλλως, ασταθή) εμπιστοσύνη των εργαζόμενων στο δημόσιο προς τους πολιτικούς προϊσταμένους τους.
Γ) Την αδυναμία των «Βρυξελλών» να κατανοήσουν την φύση των προβλημάτων και να προτείνουν βιώσιμες λύσεις. Οι εύκολες συνταγές, ο «one best way» που προφανώς δεν αποδίδει και οι μεγάλες ομαδοποιήσεις («χώρες του Νότου», «χώρες με μεγάλη τρωτότητα» κλπ.) έχουν μηδενική αναλυτική σημασία για τον σχεδιαστή πολιτικής.
Δ) Τη συνεχιζόμενη προσπάθεια συγκεκριμένων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και πολιτικών κομμάτων να αποκομίσουν πολιτικά/οικονομικά οφέλη από την κατάρρευση του δημοσίου τομέα χειραγωγώντας το κοινό με οιμωγές για τους «απολυμένους», συσκοτίζοντας (αν όχι υποσκάπτοντας), εν τέλει, τις αλλαγές για τις οποίες εξακολουθεί να μην γίνεται λόγος. Συχνά, η προσπάθεια αυτή συμβαδίζει με την προσπάθεια των «υαινών» (κατά το ελληνικό, «λαμόγιων») να αποκομίσουν οικονομικά οφέλη από την κατάρρευση. Η ανυπαρξία μηχανισμών ελέγχου επιτείνεται και από την καμφθείσα κοινωνική αντίσταση.
Ε) Την περιορισμένη (αριθμητικά και ποιοτικά) ύπαρξη των μεταρρυθμιστών. Αξιόλογοι και από διαφορετικούς επιστημονικούς και επαγγελματικούς χώρους, αλλά λίγοι, δυσκολεύονται να εδραιώσουν μια γλώσσα συνεννόησης και, κυρίως, να διαπεράσουν τα προηγούμενα πέπλα συσκότισης, σε σχέση με τον ρόλο του κράτους σήμερα. Η επικράτηση νεο-φιλελεύθερων ιδεολογημάτων στο εγγύς παρελθόν επιτείνει την δυσκολία δημιουργίας γεφυρών μεταξύ των μεταρρυθμιστών.
Εφ’ όσον οι προηγούμενες διαπιστώσεις ευσταθούν, τότε η συνέχεια για το 2012 είναι προβλέψιμη: Οι οριζόντιες περικοπές θα ενταθούν, ο δημόσιος τομέας θα παραλύσει σε νευραλγικά του τμήματα και η εσπευσμένη υποκατάστασή του από τον υποτιθέμενα καλώς λειτουργούντα ιδιωτικό τομέα, θα ενταθεί.
Απέναντι στη ζοφερή αυτή προοπτική ένα σχέδιο ανασυγκρότησης θα πρέπει να περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον:
Μέτρα ενίσχυσης του διοικητικού επαγγελματισμού: Δραστική μείωση του όγκου του πολιτικού τμήματος της διοικήσεως με μείωση τουλάχιστον κατά 50% των θέσεων Υφυπουργών και Αναπληρωτών Υπουργών. Άμεση θεσμοποίηση υπηρεσιακού Γενικού Γραμματέα, δραστική περιστολή (σε ποσοστό τουλάχιστον 50%) των θέσεων συμβούλων και συνεργατών των πολιτικών. Επανάκριση όλων των διοικητικών προϊσταμένων με βάση «περίγραμμα θέσης» κι όχι προσωπικές ιδιότητες. Δημιουργία Μονάδων Στρατηγικού Σχεδιασμού.
Ενδυνάμωση του επιτελικού ρόλου των Υπουργείων και του συντονισμού: Άμεση κατάργηση συναρμοδιοτήτων, μεταφορά όσων αρμοδιοτήτων μπορούν να μεταφερθούν σε άλλα επίπεδα διοίκησης. Θέσπιση εκπόνησης σχεδίων δράσης των Υπουργείων στα οποία θα περιλαμβάνεται επιχειρησιακός, οικονομικός και ρυθμιστικός προγραμματισμός.
Ατζέντα μεταρρυθμίσεων για την επόμενη τριετία, αν όχι συμφωνημένη με τους κοινωνικούς εταίρους, πάντως γνωστή και σταθερή. Καμία μεταρρύθμιση χωρίς προηγούμενη διαβούλευση.
Άμεση επένδυση στην διοικητική παιδεία: Ενίσχυση του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης, εξάντληση κάθε ξένης τεχνικής βοήθειας με σκοπό την διάδοση της νέας γνώσης σε στοχευμένα κοινά που έχουν να φέρουν εις πέρας μείζονες διοικητικές μεταρρυθμίσεις.
Όλα τα προηγούμενα θα τελεσφορήσουν, μόνον εφ’ όσον οι εργαζόμενοι στο δημόσιο αναστοχαστούν τις ευθύνες τους για όσα έγιναν/δεν έγιναν μέχρι τώρα, δουλέψουν σκληρά για να στηρίξουν αυτοί οι ίδιοι τις μεταρρυθμίσεις, αλληλο-υποστηριχθούν και πείσουν την κοινωνία ότι μπορούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες που έχει ανάγκη και προσδοκά σήμερα. Το νέο Κράτος περνάει μόνο μέσα από το Κράτος υπερβαίνοντας το υφιστάμενο Κράτος. Υπό τον όρο ότι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι στο δημόσιο θα καταφέρουν να αποκαταστήσουν και να εφαρμόσουν έναν νέο διοικητικό πατριωτισμό.