Η ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας για τον εντοπισμό και την παραπομπή εγκληματικής ομάδας που εκβίαζε καταστηματάρχες στο κέντρο της Αθήνας, έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για δύο λόγους.
Ο πρώτος είναι για την υπερδεκαετή δραστηριότητα της σπείρας και ο δεύτερος ότι αντίστοιχες συμμορίες λυμαίνονται την περιφέρεια και ιδίως τους τουριστικούς προορισμούς.
Για περισσότερο από μια δεκαετία μια σπείρα εκβιαστών στην οποία συμμετέχουν δημόσιοι υπάλληλοι και ιδιώτες λειτουργεί ανενόχλητη στο κέντρο της Αθήνας. Οι δημόσιες πολιτικές για την περιστολή του οργανωμένου εγκλήματος όπως και για την ενίσχυση της διαφάνειας και την καταπολέμηση της διαφθοράς στο Δημόσιο απέτυχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Γνωρίζοντας, δε, τις ελλείψεις και τις αδυναμίες διακυβέρνησης των περιφερειακών υπηρεσιών- ιδίως δε των νησιωτικών- μπορεί να εικάσει κανείς με σχετική βεβαιότητα ότι η ανομία και η παρανομία έχουν βρει εύφορο έδαφος στην ελληνική δημόσια διοίκηση.
Ο λόγος για τον οποίο τα εγκληματικά δίκτυα βρίσκουν εύφορο έδαφος ανάπτυξης στο Δημόσιο είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την δημιουργία μηχανισμών ανάσχεσης και καταπολέμησής τους, απέτυχαν.
Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι οι μείζονες μεταρρυθμίσεις που επιχειρήθηκαν κατά την τελευταία πενταετία- ο εσωτερικός έλεγχος, η απλούστευση των διαδικασιών, η στοχοθεσία και η αξιολόγηση βάσει δεξιοτήτων καθώς και η θέσπιση της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης παραμένουν ανεφάρμοστες για τους εξής λόγους:
Α) Η κυβέρνηση δεν επιστράτευσε μηχανισμούς εφαρμογής τους στο εσωτερικό των δημοσίων υπηρεσιών προκειμένου να κάμψουν εμπεδωμένες στάσεις και αντιλήψεις της γραφειοκρατίας αλλά άφησε την εφαρμογή τους στον «αραμπά» (από την ψήφιση των νομοσχεδίων μέχρι την έκδοση της πρώτης εγκυκλίου εφαρμογής τους μεσολάβησαν 9-12 μήνες).
Β) Η αδρανοποίηση και περιθωριοποίηση των ανθρώπων της δημόσιας διοίκησης και η υποκατάστασή τους από τις εταιρείες συμβουλευτικής στο πλαίσιο είτε των απ’ ευθείας αναθέσεων είτε των παραδοτέων από συγχρηματοδοτούμενα έργα, οδηγεί, με βεβαιότητα στη μη εφαρμογή τους.
Γ) Η σύγχυση που επικρατεί ως προς τον στρατηγικό σκοπό των μεταρρυθμίσεων, δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα εφαρμογής τους. Η περίπτωση του εσωτερικού ελέγχου είναι χαρακτηριστική. Άλλοτε εκλαμβάνεται ως μέσον καταπολέμησης της διαφθοράς και, εκτιμάται ότι πρέπει να δικτυωθεί με τις αντίστοιχες αντεγκληματικές πολιτικές και τις δομές εφαρμογής τους, άλλοτε θεωρείται ως εργαλείο βελτίωσης της δημοσιονομικής διαχείρισης κι άλλοτε, πάλι, ως εργαλείο μείωσης της γραφειοκρατίας και της απλούστευσης των διαδικασιών.
Δ) Οι μεταρρυθμίσεις έχοντας χάσει το ουσιαστικό περιεχόμενό τους λειτουργούν ως δομικοί φλοιοί που σκοπό έχουν να δίνουν την εντύπωση ότι ασκείται, όντως, έλεγχος. Η απονεύρωση των διοικητικών μεταρρυθμίσεων και η υποκατάστασή τους από «κάτι-σαν-μεταρρύθμιση» υπονομεύει την μεταρρυθμιστική στρατηγική και την μετατρέπει σε μια α λα καρτ πολιτική μικρο-παρεμβάσεων διορθωτικού, κυρίως, χαρακτήρα.
Ε) Τελευταίο αλλά, επ’ ουδενί, έσχατο: Το «Κέντρο Διακυβέρνησης» όχι μόνο δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του συντονισμού των μεταρρυθμίσεων αλλά δημιούργησε μια «κυβέρνηση-εντός-της-κυβέρνησης», μια επιπλέον γραφειοκρατική δομή που ως μόνο παραδοτέο της έχει την προσπάθεια απόδοσης μεσσιανικών ικανοτήτων και ιδιοτήτων στο πρόσωπο του Πρωθυπουργού.
Η αναθεώρηση της μεταρρυθμιστικής ατζέντας και η κατεπείγουσα προτεραιοποίησή της στο κυβερνητικό πρόγραμμα αποτελεί μείζον διακύβευμα όχι μόνον για την καταπολέμηση της διαφθοράς αλλά και για την υποστήριξη των θεμελίων της ανάπτυξης και της προόδου, η οποία είναι αδύνατο να επέλθει με την συνέχιση της λειτουργίας του σημερινού κράτους.
Έντυπη «Τα Νέα»