Η δημόσια συζήτηση περί ευθυνών μετά από μια καταστροφή η τραγωδία περιορίζεται, στη χώρα μας, στην αναζήτηση πολιτικών και ποινικών ευθυνών. Δεν αναζητούνται διοικητικές ευθύνες. Οι διοικητικές ευθύνες συναρτώνται προς τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνονται στο καθήκον της χρηστής διακυβέρνησης τα στελέχη της δημόσιας διοίκησης και οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι.
Οι μεν πολιτικές ευθύνες, ακόμη κι όταν αναλαμβάνονται, έχουν καθαρώς συμβολικό χαρακτήρα αφού καμία αξιόλογη λειτουργική η δομική αλλαγή δεν έχει επισυμβεί, ακόμη και μετά από μείζονες καταστροφές, στο πολιτικό σύστημα. Η μόνη αξιοπρόσεκτη αλλαγή είναι η αύξηση του κυνισμού και της υποκρισίας πολλών από εκείνους που «αναλαμβάνουν» την πολιτική ευθύνη, αφού αυτή εξαντλείται σε μια φραστική συγγνώμη ή, το πολύ πολύ, σε μια θεατρινίστικη παραίτηση. Δεν υπάρχει κώδικας δεοντολογίας των μελών της κυβέρνησης ούτε αξιόλογος κοινωνικός έλεγχος που θα έδινε περιεχόμενο στην πολιτική ευθύνη.
Οι δε ποινικές ευθύνες αναζητούνται από την, χρονίως, βραδυπορούσα δικαιοσύνη η οποία αποδίδεται μετά από πολύ μακρύ χρόνο, ενίοτε, δε, δεν προλαβαίνει καν να επιληφθεί, αφού τα αδικήματα παραγράφονται. Οπωσδήποτε ελάχιστα συμβάλλει στην διαλεύκανση ποινικών ευθυνών η διερεύνησή τους από μια προανακριτική η εξεταστική επιτροπή της Βουλής. Ενώ, όμως, είναι κοινή η πεποίθηση ότι αυτού του τύπου η διερεύνηση δεν καταλήγει στην απόδοση αλλά μάλλον στη συσκότιση ευθυνών, η πρακτική αυτή συνεχίζεται αδιατάρακτη και η απονομή της δικαιοσύνης διευκολύνει, κατ’ ουσία, το πολιτικό παίγνιο.
Είναι απορίας άξιο γιατί οι διοικητικές ευθύνες συσκοτίζονται η καλύπτονται.
Ενώ ο υπουργός Μεταφορών ανέλαβε την πολιτική ευθύνη, δεν ανέλαβε ούτε αυτός ως ανώτερος προϊστάμενος ούτε κανένα άλλο στέλεχος των εμπλεκόμενων οργανισμών και επιπέδων διοίκησης (υπουργεία, περιφέρεια, εταιρείες) την διοικητική ευθύνη για την πλημμελή παρακολούθηση των σχεδίων δράσης στα οποία ρητώς περιλαμβάνονταν μέτρα για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων. Αναζητήθηκε, επίσης, εκείνο το «μέσον» που τοποθέτησε τον μοιραίο σταθμάρχη στη θέση του και διερευνώνται οι πολιτικές και οι ποινικές αλλά όχι οι διοικητικές ευθύνες του. Επικεντρωθήκαμε στις πολιτικές ευθύνες εκείνων που παρακολουθούσαν ή δεν παρακολουθούσαν την εκτέλεση της σύμβασης 717 όπως και εκείνων που έδωσαν το πράσινο φως για την αλλοίωση του τόπου του εγκλήματος αλλά όχι σ’ εκείνους που εκτέλεσαν με πράξεις η παραλείψεις τα έργα αυτά.
Η μη απόδοση διοικητικών ευθυνών εμποδίζει το Δημόσιο να διορθώσει συγκεκριμένες λειτουργίες του, να εκσυγχρονίσει τις δομές του και να αναδείξει στελέχη που θα χαρακτηρίζονται από επαγγελματισμό.
Εάν οι διοικητικές διαδικασίες που οδηγούν στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων συμβάδιζαν με κριτήρια τεκμηρίωσης, διαφάνειας και ελέγχου θα μπορούσαν πολλές από τις αποφάσεις-κρίκους της αλυσίδας που οδήγησαν στο τραγικό αποτέλεσμα του δυστυχήματος να είχαν αποφευχθεί. Εάν οι διοικητικοί έλεγχοι δεν περιορίζονταν σε τυπικούς ελέγχους νομιμότητας αλλά σε ουσιαστικούς ελέγχους αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας, τότε πολλές από τις πράξεις και παραλείψεις που συνέβαλαν στην επέλευση του καταστροφικού αποτελέσματος δεν θα είχαν επέλθει. Εάν τα διοικητικά στελέχη κρίνονταν, επιβραβεύονταν ή παραλείπονταν με κριτήρια αξιολόγησης του παραγόμενου έργου τους, θα υπήρχε η πιθανότητα κάποιοι εξ αυτών να εμπόδιζαν ή να προλάβαιναν το καταστροφικό αποτέλεσμα.
Η ανυπαρξία διοικητικών μεταρρυθμίσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σ’ αυτά τα αποτελέσματα δεν οφείλεται μόνον στην έλλειψη σχεδίου και μηχανισμών εφαρμογής αλλά , συχνά, στην εμπρόθετη παρεμπόδιση της χειραφέτησης του διοικητικού συστήματος από το πολιτικό.
Εν τέλει, όμως, η συχνότητα των καταστροφών και οι τραγικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις τους θέτουν επί τάπητος την άμεση μεταρρύθμιση του πλαδαρού, ακατάλληλου και κοστοβόρου κρατικού μηχανισμού.
Η ανατροπή του πελατειακού και αναχρονιστικού Δημοσίου είναι, όμως, εφικτή. Η δρομολόγηση μεγάλων διοικητικών μεταρρυθμίσεων στο πρόσφατο παρελθόν έδειξε ότι ο συνδυασμός βούλησης και γνώσης μπορεί να ανατρέψει παγιωμένες καταστάσεις οδηγώντας στον εκσυγχρονισμό του αρχαϊκού κρατικού μηχανισμού.
