Η τρέχουσα κυβερνητική πρωτοβουλία για τη συλλογή δεδομένων σχετικά με την ικανοποίηση των πολιτών από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως αποτυπώνεται στο ερωτηματολόγιο «Αξιολόγηση Δημόσιας Διοίκησης», φαίνεται εκ πρώτης όψεως ως ένα θετικό βήμα προς την κατεύθυνση της διοικητικής αξιολόγησης. Ωστόσο, από επιστημονική σκοπιά, το εργαλείο έχει μεθοδολογικά, θεσμικά και πολιτικά ελλείμματα, που περιορίζουν την αποτελεσματικότητά του και ενδέχεται να το καταστήσουν προσχηματικό και προβληματικό, κυρίως, ως προς τη χρησιμότητά του για μεταρρυθμιστική πολιτική.
Μια έρευνα αξιολόγησης της δημόσιας διοίκησης οφείλει, κατ’ ελάχιστον, να εξετάζει και να συνεκτιμά το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή το περιβάλλον, τις συνθήκες και τους παράγοντες που επηρεάζουν τόσο τον αξιολογούμενο φορέα όσο και τις διαδικασίες και τις συνέπειες της αξιολόγησης. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν φαίνεται να έχει ληφθεί υπόψη το πλαίσιο λειτουργίας, οργάνωσης και δομής των φορέων και υπηρεσιών που αξιολογούνται, εξαιτίας της γενικής και αόριστης διατύπωσης της ερώτησης περί «ικανοποίησης». Η ικανοποίηση από μια δημόσια υπηρεσία εξαρτάται από παράγοντες όπως η επάρκεια και κατανομή του προσωπικού, η πολυπλοκότητα και η σαφήνεια των προβλεπόμενων διαδικασιών, το θεσμικό πλαίσιο καθώς και οι διαθέσιμες υποδομές και τα τεχνολογικά μέσα. Αυτά τα δεδομένα δεν μπορούν να αποτυπωθούν μέσω μιας γενικής απάντησης περί ικανοποίησης, γεγονός που καθιστά την ερώτηση ουσιαστικά κενή περιεχομένου και αδύναμη να οδηγήσει σε στοχευμένες διορθωτικές παρεμβάσεις.
Μια ακόμη βασική προϋπόθεση για την αξιόπιστη αξιολόγηση της δημόσιας διοίκησης αποτελεί η σαφής και διακριτή κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των εμπλεκόμενων διοικητικών φορέων, χωρίς επικαλύψεις ή ασαφείς ζώνες ευθύνης, όπως συμβαίνει συχνά μεταξύ διαφορετικών επιπέδων διοίκησης, ιδίως μεταξύ δήμων και περιφερειών (π.χ. αρμόδιοι για τη συντήρηση των δρόμων είναι σε κάποιες περιπτώσεις οι δήμοι, σε άλλες οι περιφέρειες). Οι αρμοδιότητες αυτές πρέπει να συνοδεύονται από συγκεκριμένους και εφικτούς στόχους, που είναι γνωστοί σε όλους. Χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν ειδικές διαδικτυακές πλατφόρμες, όπου παρέχουν αναλυτικές πληροφορίες για τους στόχους, τις προτεραιότητες, τις δράσεις και την απόδοση των δημόσιων οργανισμών ακόμη και σε επίπεδο επιμέρους γραφείων, προάγοντας τη διαφάνεια και τη λογοδοσία.
Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι παραλείπονται εντελώς ερωτήσεις που αφορούν στον πυρήνα του δημόσιου συμφέροντος και της ποιοτικής διοίκησης, όπως τα ζητήματα διαφάνειας, ισότητας, προσβασιμότητας αποσυνδέοντας τη Δημόσια Διοίκηση από τα κοινωνικά και πολιτικά συμφραζόμενα λειτουργίας της.
Περαιτέρω, το ερωτηματολόγιο στηρίζεται αποκλειστικά σε κλίμακες ικανοποίησης τύπου Likert, χωρίς να περιλαμβάνει ανοιχτές ερωτήσεις ή χώρο για περιγραφικά σχόλια. Έτσι καθίσταται αδύνατη η συλλογή ποιοτικών δεδομένων και, επομένως, η κατανόηση βαθύτερων αιτιών δυσαρέσκειας και ο προσδιορισμός των πεδίων που χρειάζονται βελτίωση.
Σημαντικό είναι, επίσης, το γεγονός ότι δεν παρέχεται απολύτως καμμία τεκμηρίωση για τη μεθοδολογική ή θεωρητική του θεμελίωση. Ούτε στα συνοδευτικά του κείμενα ούτε σε άλλες δημόσια προσβάσιμες πηγές παρουσιάζονται οι αρχές επιλογής των παραμέτρων αξιολόγησης, τα κριτήρια κατασκευής των ερωτήσεων ή η σύνδεσή τους με ευρύτερα επιστημονικά πρότυπα. Η απουσία αυτή δεν επιτρέπει την αξιολόγηση της εγκυρότητας, της αξιοπιστίας και της ερευνητικής επάρκειας του εργαλείου. Όταν τα αποτελέσματα χρησιμοποιούνται για χάραξη πολιτικής ή διοικητικές μεταρρυθμίσεις, η διαφάνεια στη μεθοδολογία θεωρείται κρίσιμη. Η δημόσια τεκμηρίωση δεν είναι μόνο ζήτημα διαφάνειας, αλλά όρος ελέγχου και επαναληψιμότητας, άρα επιστημονικής εγκυρότητας.
Παρά την πρόβλεψη για δημόσια ανάρτηση των αποτελεσμάτων σε μορφή ανοικτών δεδομένων (μηχαναναγνώσιμων-επεξαργάσιμων) δεν προβλέπεται κάποιο θεσμοθετημένο σύστημα λογοδοσίας ή αντίδρασης από τους φορείς στους οποίους αναφέρονται οι αξιολογήσεις. Δεν υπάρχει καμμία διαδικασία διαβούλευσης ή θεσμική υποχρέωση αξιοποίησης των αποτελεσμάτων σε διοικητικές αποφάσεις. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό «ψευδοσυμμετοχής» ή, σε σύγχρονους όρους, το φαινόμενο του «Opengov Washing»[1], δηλαδή μια επιφανειακή χρήση τεχνολογιών και ρητορική συμμετοχικότητα των πολιτών, χωρίς ουσιαστική επίδρασή τους στη λήψη αποφάσεων και στη χάραξη δημόσιων πολιτικών.
Μια συνολική επιστημονική, μεθοδολογική και πολιτική ανάλυση του ερωτηματολογίου - μέρος μόνο της οποίας παρουσιάζεται στον παρόν - δείχνει ότι πρόκειται όχι για έρευνα αξιολόγησης αλλά, μάλλον, για μια απλή δημοσκόπηση. Στα πλεονεκτήματά της μεθόδου αυτής είναι ότι παρέχει γρήγορη και οικονομική πρόσβαση σε βασικές ενδείξεις της κοινής γνώμης, λειτουργώντας ως «βαρόμετρο» της ικανοποίησης των πολιτών. Δεν παρέχει, ωστόσο, τη δυνατότητα για τη συλλογή αξιόπιστων στοιχείων και αξιοποιήσιμων αποτελεσμάτων για διοικητικές ή πολιτικές αποφάσεις, παρεμβάσεις και χάραξη πολιτικής.
[1] Περισσότερα για το φαινόμενο εδώ: Γιατί χρειάζεται να επινοήσουμε τον όρο Opengov Washing στην Ανοικτή Διακυβέρνηση