Η CPT, επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη της ταπεινωτικής μεταχείρισης,[1] έχει κατ’ επανάληψη αξιολογήσει αρνητικά την Ελλάδα για την κατάσταση των καταστημάτων κράτησης στις επισκέψεις της και έχει διαπιστώσει την «ενδεή κατάστασή τους».[2] Ήδη τον Μάρτιο 2011 η CPT είχε προχωρήσει σε Δημόσια Δήλωση για την κατάσταση των φυλακών στην Ελλάδα.
«Η CPT διαπίστωσε σταθερή επιδείνωση των συνθηκών ζωής και της μεταχείρισης των κρατουμένων στις φυλακές κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας. Η Επιτροπή εντόπισε αριθμό ουσιαστικών διαρθρωτικών ζητημάτων εξαιτίας των οποίων υπονομεύονται οι προσπάθειες θεραπείας της κατάστασης».[3] Μεταξύ αυτών των ζητημάτων είναι η έλλειψη στρατηγικού σχεδίου για τη διοίκηση του συστήματος των φυλακών, η έλλειψη αποτελεσματικού συστήματος εκθέσεων και εποπτείας και η ανεπαρκής διοίκηση του προσωπικού. Στις εκθέσεις της η CPT έχει τονίσει ότι οι ελληνικές αρχές οφείλουν επιτέλους να αναγνωρίσουν ότι το σωφρονιστικό σύστημα όπως λειτουργεί σήμερα δεν είναι σε θέση να παράσχει ασφάλεια και προστασία στους κρατούμενους.
Με αφορμή το πρόσφατα κατατεθέν Νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης και σε συνδυασμό με τις παρατηρήσεις και τις συστάσεις της Επιτροπής, ένα ενδιαφέρον θέμα που μας δίνεται η δυνατότητα να θίξουμε είναι το φυλακτικό προσωπικό. Η Επιτροπή τονίζει σε παλαιότερη έκθεσή της (2006) ότι παρά τις προσλήψεις φυλακτικού προσωπικού ουδεμία βελτίωση της αναλογίας του ως προς τους κρατούμενους υπάρχει. Επίσης, ότι η εκπαίδευσή του είναι υποτυπώδης και ρητή η αδυναμία του να ανταπεξέλθει στα καθήκοντά του αποτελεσματικά, διότι οι υπάλληλοι δεν καταρτίζονται ικανοποιητικά ούτε ανανεώνονται οι γνώσεις τους με σεμινάρια και τεχνικές.[4]
Το υπουργείο Δικαιοσύνης καίτοι πραγματοποιούσε (μέχρι το 2010) τακτικά προσλήψεις σωφρονιστικού προσωπικού, δεν αυξήθηκε η αναλογία του προς τους κρατουμένους, αλλά αντίθετα μειώθηκε σε σχέση με τη δεκαετία του 1990. Το 1990 η αναλογία προσωπικού φύλαξης ήταν 3 κρατούμενοι προς 1 σωφρονιστικό υπάλληλο, το 1996 ήταν 3,1:1, το 2000 - 4,7:1, το 2008 - 4,8:1 και τον Μάρτιο 2014 - 6,3:1. Σ’ αυτούς δεν περιλαμβάνεται η εξωτερική φρούρηση των φυλακών.
Η αύξηση της αναλογίας φυλακτικού προσωπικού και κρατουμένων παρά την τακτική και κατά προτεραιότητα πρόσληψη σε σχέση με άλλους κλάδους των καταστημάτων κράτησης μπορεί να ερμηνευτεί είτε με το αρκετά υψηλό ποσοστό προσωπικού που συνταξιοδοτείται, παραιτείται, αποσπάται ή μετατίθεται σε άλλη υπηρεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης (συνήθως κατόπιν αίτησής του), αλλά και στην αύξηση των καταστημάτων κράτησης και, κυρίως, την αύξηση των κρατουμένων. Παρατηρούμε λοιπόν να διαγράφεται ο ίδιος κύκλος όπως με τα όρια της μετατροπής, της αναστολής και της υφόρον απολύσεως: τα όρια διευρύνονται και παρόλα αυτά οι κρατούμενοι αυξάνουν. Αν και προσλαμβάνεται φυλακτικό προσωπικό, εν τούτοις δεν επαρκεί. Στις 11 Απριλίου 2014 εντάχθηκαν στο φυλακτικό προσωπικό των καταστημάτων κράτησης 372 πρώην δημοτικοί αστυνομικοί, και σύμφωνα τουλάχιστον με τα δημοσιεύματα του Τύπου[5] επρόκειτο να προσληφθούν ακόμη 692 άτομα, τα όποια δεν γνωρίζω εάν τελικά προσλήφθηκαν.
Hνέα ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης, πιστή στο παρελθόν της, προχωρά -πλειοδοτώντας- τόσο στη μείωση των ορίων της υφόρον απόλυσης, όσο και στην πρόσληψη πάλι φυλακτικού προσωπικού σε ποσοστό 86,2% του συνόλου των προσλήψεων (φυλακτικού: 58,6%, εξωτερικής φρούρησης: 27,6%). Οι υπόλοιπες προσλήψεις αφορούν σε ποσοστό 3,4% κοινωνικούς λειτουργούς και νοσηλευτικό προσωπικό αντιστοίχως, ενώ 6,9% διοικητικό και διευθυντικό προσωπικό. Είναι ενδιαφέρον δε ότι ο προϋπολογισμός επιβαρύνεται με 8.7 εκατ. ευρώ ετησίως.
Εάν αυτό το πόσον εδαπανάτο άπαξ - πόσο μάλλον δις, θα είχαν αποκτήσει τα καταστήματα κράτησης κάποιο τμήμα τεχνολογικού εξοπλισμού που έχουν απόλυτη ανάγκη, π.χ. σαρωτές υπερήχων για τον εντοπισμό ναρκωτικών στο σώμα των κρατουμένων, θα είχε προχωρήσει η μηχανοργάνωσή τους, θα είχε εγκατασταθεί σε ορισμένα τμήματα μηχανισμός επίβλεψης για ευάλωτους ή επικίνδυνους κρατούμενους που να βοηθά το έργο του προσωπικού και να προστατεύει τους κρατουμένους, θα είχαν αγοραστεί μηχανήματα που χρειάζονται οι αγροτικές φυλακές για τις εργασίες τους, θα είχαν δημιουργηθεί 1-2 εργαστήρια, κ.ά. Αλλά βέβαια, τέτοιες πρωτοβουλίες και ιδέες δεν ανταποκρίνονται στην εμβαλωματική, πελατειακή και λαϊκιστική λογική ελληνικών κυβερνήσεων.
Η CPT αναγνωρίζει ότι ο υπερπληθυσμός δημιουργεί σοβαρές δυσκολίες στο σύστημα της φυλακής να αναπτύξει μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων.[6] Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι επειδή δεν μπορούν οι κατά καιρούς αρμόδιοι να ασκήσουν μια αποτελεσματική διοίκηση των φυλακών με τα παραδοσιακά μέσα, πρέπει και να τις αδειάσουν αποφυλακίζοντας μαζικά καταδίκους, όπως έκαναν με τους παράνομους μετανάστες στα κέντρα κράτησης κάποιοι άλλοι αρμόδιοι. Δηλαδή, όταν υπάρχει αδυναμία ή απροθυμία διοίκησης μιας οργάνωσης και του προβλήματος στο οποίο αναφέρεται, δεν ακυρώνουμε την οργάνωση ή τον θεσμό που εκπροσωπεί. Και εάν υπάρχει ευθύνη των υπουργών, οι οποίοι έτσι κι αλλιώς είναι προσωρινοί, μήπως τελικά η μεγαλύτερη ευθύνη είναι της γραφειοκρατίας του υπουργείου Δικαιοσύνης για το ότι συντηρεί επί δεκαετίες τον ίδιο τρόπο διαχείρισης του προβλήματος; Δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι, άλλα μέσα αντιμετώπισης, μόνο οι τακτικές προσλήψεις μιας συγκεκριμένης κατηγορίας προσωπικού, και μάλιστα ελλιπέστατα εκπαιδευόμενου και οι μαζικές αποφυλακίσεις καταδίκων; Η CPT δεν είναι εκείνη που στην τελευταία της έκθεση (2014) γράφει χαρακτηριστικά ότι τα μέτρα πρόωρης αποφυλάκισης δεν είχαν τελικά το παραμικρό αποτέλεσμα;[7]
Εάν ο υπερπληθυσμός ευνοεί τη βία, τότε σίγουρα ο φόβος και η αδυναμία του προσωπικού να την αντιμετωπίσει, αυξάνει την ανασφάλεια και μειώνει την αυτοεκτίμησή του, επιδρώντας αρνητικά στις σχέσεις του με τους κρατουμένους, διότι οι κρατούμενοι λύνουν μόνοι τους τις διαφορές τους, με το δικό τους τρόπο, πράγμα που αυξάνει την απογοήτευση ιδίως των πιο αδύναμων.[8] Γι’ αυτό η CPT επιμένει στην ανάγκη για διαρκή εκπαίδευση όλου του προσωπικού σε σύγχρονες μεθόδους αντιμετώπισης κινδύνων και τεχνικών παρέμβασης.[9] Γι’ αυτό η CPT συνέστησε επίσης στις ελληνικές αρχές να καθορίσουν μια εθνική στρατηγική για την αντιμετώπιση της βίας μεταξύ των κρατουμένων και να εξασφαλίσουν ώστε ασύμβατες κατηγορίες κρατουμένων να μη διαβιώνουν μαζί. Και αυτό όμως φαίνεται ότι επιλεκτικά παρακάμπτει ως «αντισυνταγματικό», «άδικο», «απάνθρωπο» κ.λπ. η νέα διοίκηση του υπουργείου, με την κατάργηση των καταστημάτων κράτησης για ειδικές κατηγορίες καταδίκων, αν και πολλές φορές στο παρελθόν είχε ασκήσει κριτική στους προκατόχους της για την έλλειψη διαχωρισμού των κρατουμένων.
Σύμφωνα με τον Σωφρονιστικό Κώδικα (άρ. 6) και όπως έχουν ακόμη επισημάνει αρκετοί ειδικοί στο παρελθόν, αλλά και η CPT από την πλευρά της, οι Αρχές της φυλακής έχουν την ευθύνη να προστατεύουν τους κρατούμενους. Ειδικότερα, το προσωπικό των φυλακών πρέπει να είναι σε διαρκή ετοιμότητα και προετοιμασμένο για επίλυση των προβλημάτων και παρέμβαση όποτε χρειάζεται. Αν και αυτό σχετίζεται με μια ικανοποιητική αναλογία κρατουμένων και προσωπικού, απαιτεί παράλληλα και συνεχή εκπαίδευση του προσωπικού, αλλά πάνω απ’ όλα απαιτεί από τις Αρχές ορθολογική κατανομή προσωπικού και τη διάθεση πόρων όχι μόνο για προσλήψεις.
[1]Committee for the Prevention of Torture and In human or Degrading Treatment or Punishment: Επιτροπή για την πρόληψη των βασανιστηρίων και την απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία (http://www.cpt.coe.int/).
[2] CPT/Inf (2006)41, paras. 101-103, 106, πρβλ. CPT/Inf (94)20, paras. 150-157, 176. Επίσης, CPT/Inf (2008)3, par. 52, CPT/Inf (2009) 20, paras. 19, 23, 49, 54.
[4] CPT/Inf (2006)41, par. 125.
(http://www.ethnos.gr/v5general2print.asp?catid=23318&subid;=20110&pubid;=63982978).
[6] CPT/Inf (2006)41, par. 75.
[7] CPT/Inf (2014)26, par. 94.