Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ενσωματώσει το πλαίσιο του Better Regulation στη νομοθετική της διαδικασία με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας, της αποτελεσματικότητας και της διαφάνειας της κανονιστικής παρέμβασης. Παρά ταύτα, η εμπειρική αξιολόγηση της εφαρμογής του πλαισίου εγείρει ερωτήματα ως προς την πραγματική του συμβολή στη βελτίωση του κανονιστικού αποτελέσματος, όπως δείχνουν ο Κωνσταντίνος Σαραβάκος (Επικεφαλής Ερευνών ΚΕΦΙΜ), η Έφη Στεφοπούλου και ο Παναγιώτης Καρκατσούλης (Επιστημονικοί Συνεργάτες ΚΕΦΙΜ), στη νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε από το EPICENTER.
Στη μελέτη, οι συγγραφείς αναλύουν τις λειτουργικές και θεσμικές αδυναμίες της υφιστάμενης προσέγγισης του Better Regulation, τεκμηριώνοντας ότι η τυπική συμμόρφωση με τις προβλεπόμενες διαδικασίες δεν διασφαλίζει, από μόνη της, υψηλή ποιότητα νομοθέτησης.
Τα ευρήματα, με βάση το EU Regulatory Quality Index 2025, καταδεικνύουν, μεταξύ άλλων, ότι:
- οι εκτιμήσεις επιπτώσεων χαρακτηρίζονται συχνά από ανεπαρκή ανάλυση κόστους-οφέλους και περιορισμένη ποσοτικοποίηση των οικονομικών επιπτώσεων,
- η συστηματική προσφυγή σε κατεπείγουσες νομοθετικές διαδικασίες συνδέεται με μειωμένη τεκμηρίωση και περιορισμένο ex ante έλεγχο,
- οι διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης εμφανίζουν χαμηλό βαθμό θεσμικής ενσωμάτωσης και μεταβλητή ποιότητα εφαρμογής,
- η αυξανόμενη κανονιστική πολυπλοκότητα επιτείνει το διοικητικό βάρος και το κόστος συμμόρφωσης, με δυσανάλογες επιπτώσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Συνεπώς, το κρίσιμο ζήτημα πολιτικής δεν αφορά την τυπική υιοθέτηση και εφαρμογή των κανόνων του Better Regulation, αλλά την ικανότητα του υφιστάμενου πλαισίου να παράγει κανονιστικά αποτελέσματα υψηλής ποιότητας, βασισμένα σε επαρκή τεκμηρίωση, συστηματική ανάλυση και ουσιαστική συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών.
